-->

Σάββατο 2 Μαΐου 2020

Θ.Δ.Τυπάλδος, Ο Επαναστατικός πεσιμισμός στην τέχνη


(Η αναγκαιότητα επαναπροσδιορισμού της εξαγγελίας θανάτου της τέχνης!)

Έχει ήδη ειπωθεί, αλλά χρήζει επανάληψης:
ΣΗΜΑΔΕΥΕΙ ΜΙΑΝ ΕΠΟΧΗ. Τα ωραία πράγματα
που θα μπορέσουμε να πραγματοποιήσουμε ΤΩΡΑ!
Ζακ Βασέ[1]

Έχοντας μπει αισίως στην τελική ευθεία της δεύτερης δεκαετίας του 21ου αιώνα, ευδιακρίτως βλέπουμε ότι η τέχνη, (στην κάθε της μορφή), που παράγεται από τους μεγάλους εκδοτικούς οίκους, που εκτίθεται στις μεγάλες γκαλερί των όρθιων κουστουμαρισμένων, (με απαραίτητα αξεσουάρ τους τα ποτήρια με τη σαμπάνια και τις μεγαλοστομίες σε ανιαρές συζητήσεις, εμπλουτισμένες με φιλοσοφικές κορώνες και αναλύσεις επί αναλύσεων, περί των εκθεμάτων στους φρεσκοβαμμένους τοίχους), ή η τέχνη που ξεπετιέται απ’ τα εμπλουτισμένα με πανάκριβα σκηνικά studios, η πολυδιαφημισμένη εν τέλει τέχνη, βρίσκεται  (όπως ακριβώς το σύστημα που την παράγει), σε τέλμα ιδεών και σε πλήρη ατολμία, για ένα βήμα παραπέρα.

Η δήθεν επαναστατικότητα, την οποία μπορεί να εμπεριέχει η τέχνη του σήμερα, δεν είναι παρά απλές καταγραφές της μίζερης καθημερινότητας, εμπλουτισμένες με διάφορα τσιτάτα, τα οποία στο τέλος αφήνουν μια γεύση στο μυαλό του αποδέκτη του έργου τού “πόσο φρικτή είναι η πραγματικότητα που ζούμε, μα δεν έχουμε κι άλλη, κι άσε μη και γίνουν χειρότερα τα πράγματα – ας μείνουμε στα δεδομένα της στιγμής κι έχει ο Θεός”. Πίσω από την επιφανειακή επαναστατικότητα δεν κρύβεται τίποτα περισσότερο από μια προσπάθεια του καλλιτέχνη-δημιουργού (καλό είναι να συμπληρώνουμε τη λέξη «δημιουργός» δίπλα στον καλλιτέχνη, γιατί όλοι είμαστε εν δυνάμει καλλιτέχνες που απλώς δεν κάνουμε το τόλμημα να δημιουργήσουμε, που φοβόμαστε μια μικρή ανύψωση του εαυτού μας προς το θείο που εντός της κλείνει η δημιουργία) ν’ αυτοπροβληθεί ως ο απόλυτος, πρωτοποριακός καλλιτέχνης, ο γεμάτος με ναρκισσισμό δημιουργός, που στα μάτια του το κοινό φαντάζει ως ο δικός του καθρέπτης. Λησμονεί επιδεικτικά αυτός ο δημιουργός, πως ο καλλιτέχνης οφείλει να είναι ο καθρέπτης του κοινού, ή για να το θέσω πιο σωστά, οφείλει να είναι ο καθρέπτης της ενδόμυχης αναγκαιότητας του κοινού, να ξεπεράσει το ίδιο τα δικά του όρια, να πάει το ίδιο δια μέσου του καλλιτέχνη, στο ανώτατο επίπεδο νόησης της δικής του υπέρβασης. 

Η αναγκαιότητα του κοινού οφείλει να είναι ο εναγκαλισμός του με το ανέφικτο, και η υποχρέωση του καλλιτέχνη οφείλει να είναι η μετάλλαξή του σε λυχνία, η οποία θα δοθεί στα χέρια του κοινού για τον ανηφορικό δρόμο προς το ανέφικτο. Όσο ο καλλιτέχνης επιζητά την ύπαρξη των διαχωριστικών γραμμών μεταξύ αυτού και του κοινού του, προς χάρη της δικής του θεοποίησης, και όσο το κοινό θα αποδέχεται ως αδιαπραγμάτευτες αυτές τις γραμμές και δεν εξερευνά τις δικές του δημιουργικές δυνατότητες, τις δικές του καλλιτεχνικές παρεμβάσεις και υπερβάσεις, τόσο θα στέκει παθητικός δέκτης των κακών κειμένων, τόσο στην τέχνη όσο και στην ίδια του τη ζωή, μιας κι όπως είναι ευρέως διαδομένο, η τέχνη δεν είναι παρά αντανάκλαση της ζωής, (όπως έχει καθιερωθεί δηλαδή η ζωή στο ορατό πεδίο, λησμονώντας πως υπάρχει και η ζωή στο αδιόρατο πεδίο, η πίσω από τη ζωή), αν και θα έπρεπε να γίνεται το αντίθετο, κι όσο τα δεδομένα είναι αυτά, τόσο ο μιζεραμπιλισμός θα ορθώνεται, θα θεριεύει, θα διογκώνεται και στο τέλος θα καταπιεί αμάσητο το απαίδευτο κι ανενεργό ως προς την δική του παρέμβαση στα τεκταινόμενα και της τέχνης μα και της ζωής κοινό.

 Από τα παλιά χρόνια είχε αρχίσει να αναπτύσσεται με πολλούς τρόπους, σε όλο το φάσμα της τέχνης, μία «εφησυχαστική επαναστατικότητα», η οποία κατά βάση εξέταζε επιφανειακά, -ως προς τον καταγγελτικό της λόγο- κι απλώς σκιαγραφούσε τα γεγονότα, σε βαθμό που να μετατρέπει τον αναγνώστη σε απλό δέκτη, να του δημιουργεί την αίσθηση του αγανακτισμένου, αλλά ως εκεί… Δεν χρειαζόταν να πράξει κάτι παραπάνω. Διέθετε την ταξική συνείδηση, μιας κι ένιωθε την αδικία στα επαναστατικά έργα. Ταυτιζόταν ο αναγνώστης με επαναστατικές μορφές, ζούσε τους αγώνες του, ένιωσε τη θλίψη να τον κυριεύει όταν ο επαναστάτης έπεφτε στη μάχη κι αυτό ήταν αρκετό, μιας κι όπως βγαίνει σχεδόν πάντα σαν συμπέρασμα, αυτός ο κόσμος δεν άλλαξε ποτέ – όσοι Κεμάλ κι αν γεννηθούν, εσύ απλά, αγάπησέ τους. Εν συνεχεία, αυτός ο επαναστατικός λόγος δημιουργούσε και τη σχέση του λόγιου «φάρου», του λόγιου «καθοδηγητή» των μαζών με το ημιμαθές προλεταριάτο. Ο προλετάριος αναγνώστης διαβάζει – ρουφάει τα φιλοσοφικά προ(σ)τάγματα του πεφωτισμένου καθοδηγητή, μετατρέποντάς τον τώρα, αν όχι στον απόλυτο παθητικό δέκτη, σίγουρα στο υποχείριο του «ινστρούκτορά» του.

Υπάρχει πάντα η πρόβλεψη την οποία είχε κάνει ο Γιαν Βάκλαβ Μακάισκι, για την προσπάθεια που θα κατέβαλε η μαρξιστική ιντελιγκέντσια, για τη δημιουργία μίας τάξης διανοούμενων η οποία θα στεκόταν ανάμεσα στην αστική τάξη κι αυτή του εργατικού προλεταριάτου[2]. Σ’ ένα μεγάλο βαθμό, αυτή η τάξη όντως δημιουργήθηκε στην Ε.Σ.Σ.Δ, δημιουργήθηκε όμως και στις δυτικές χώρες, στους κύκλους της αριστερής διανόησης, με αποτέλεσμα να υπάρχουν φαινόμενα αυτόκλητων (ή και όχι) προασπιστών του εργάτη, του αγρότη, του φοιτητή, ποτέ όμως των λούμπεν, σαν αυτό το φαινόμενο του Ζαν-Πωλ Σαρτρ. Άνθρωποι γαλουχημένοι στο περιβάλλον της αστικής τάξης, μπολιασμένοι άξαφνα από ανθρωπιστικά συναισθήματα, θέλουν να σταθούν μεν δίπλα στον αγωνιζόμενο εργάτη, μα δεν μπορούν να αισθάνονται ποτέ ίσοι. Η δουλειά τους λοιπόν είναι αυτή του προασπιστή-καθοδηγητή, και για να βγει το έργο εις πέρας, απαιτείται πάντα η ιεραρχία και η συνειδητοποίηση της θέσης του καθενός. 

Αυτού του είδους η επαναστατικότητα, μπορεί να μη μεταβάλλει τον αναγνώστη στον αδρανοποιημένο, τον – απλώς – αγανακτισμένο και ταξικά συνειδητοποιημένο παθητικό δέκτη της επιφανειακής καταγραφής που προανέφερα, τον μετατρέπει όμως στον επαναστάτη κατά παραγγελία, για όποτε κι αν τον έχουμε ανάγκη. Και οι δύο όμως αυτές τάσεις, εσκεμμένα πάντα ξεχνούν να θυμίζουν στους αναγνώστες τους, πως δεν παύουν ποτέ πέρα από την τάξη να είναι και άτομα. Χρησιμοποιούν πάντα αυτοί οι αφυπνιστές την πρακτική της ταξικής συνείδησης, για να μετατρέψουν τα άτομα σε μάζα (όπως ακριβώς πράττουν και οι καθοδηγητές για το πώς να υπάρξει κανείς μέσα στο καπιταλιστικό όνειρο). Και οι δύο μορφές αυτού του επαναστατημένου εφησυχασμού, θέλουν να είναι η μονάδα αφημένη είτε στη μοίρα που για ‘κείνην προδιαγράφει μια μη ορατή, αδιευκρίνιστη στη μορφή της δύναμη, είτε απλά η δύναμη του ινστρούκτορα. Η παθητικότητα αρχίζει και τελειώνει πάνω στην εναπόθεση των μύχιων επιθυμιών του ατόμου, πάνω στις διαθέσεις και την ύπαρξη μίας μάζας. Κι όπως τόσο σωστά έγραψε ο Ρίχαρντ Χύλζενμπεκ: «…το άτομο μέσα στη μάζα κι όχι η μάζα γύρω απ’ το άτομο»[3].  Η στιγμή που αποκόπτεις το άτομο από τη μοναδικότητά του, είναι η στιγμή που μετατρέπεις μία εν δυνάμει κίνηση προς τα εμπρός, σε σταδιακή αδράνεια όσον αφορά την επιθυμία για αλλαγή της τάξης των πραγμάτων. Εν συνεχεία επέρχεται ο τερματισμός της εξερεύνησης της χαμένης μυχιότητας, επιφέροντας την απόλυτη κυριαρχία του μιζεραμπιλισμού πρώτα στο άτομο και στη συνέχεια, στο συλλογικό επίπεδο, δηλαδή στο καλλιτεχνικό αλλά και στο κοινωνικό «γίγνεσθαι».

 Εντός των πάντων, κουρνιάζει η ποιητική προδιάθεση, η ποίηση σε «λανθάνουσα μορφή»[4]. Το ζην ποιητικώς υπάρχει, ζει κι αναπνέει, ακόμα κι όταν δεν γίνεται αντιληπτό μες τις αιτιολογικές συσκοτίσεις και την πνευματική χαύνωση που διανέμεται, ως επί το πλείστον, ως μεγάλα καλλιτεχνικά επιτεύγματα. Σίγουρα η ποίηση εκκολάπτεται στα πάντα: ένα φιλί που σου τινάζει τα μυαλά, είναι ποίηση, ένα ηλιοβασίλεμα που φαντάζει στα μάτια σου ως μοναδικό, είναι ποίηση, ακόμα κι αν αύριο πρόκειται να πάρεις ένα όπλο και να επαναστατήσεις για ένα καλύτερο μέλλον, ακόμα πιο πολύ αν στην προσπάθειά σου επάνω πεθάνεις, αυτό αν δεν είναι η ανώτερη μορφή ποίησης, τότε τι είναι; Το να πεθάνεις για να ζήσουν οι άλλοι ένα καλύτερο μέλλον, προσωπικά μού φαντάζει ο καλύτερος επίλογος ενός επικού ποιήματος που μπροστά του τα έπη του Ομήρου ωχριούν. Φυσικά, η ποίηση από μόνη της ποτέ δεν ξεκίνησε καμία επανάσταση (την τραγούδησε μα δεν την ξεκίνησε). Η ποίηση όμως αφύπνισε συνειδήσεις. 

Ποίηση σε λανθάνουσα κι αρχέγονη κατάσταση είναι το φιλί, το ηλιοβασίλεμα και τ’ όπλο, που τα σμιλεύουν και τους δίνουν την τελική μορφή του ολοκληρωμένου ποιήματος, τα χείλη, τα μάτια, τα χέρια μα πάνω απ’ όλα η καρδιά και το πνεύμα του ανθρώπου που τ’ αποκωδικοποιεί – ο λόγος, ειλικρινά, έπεται πολύ όλων αυτών. Κι εν τέλει, τι είναι ο ποιητής και τι η ποίηση; Η ποίηση είναι ένα μικρό κερί αναμμένο μέσα στο απόλυτο σκοτάδι, κι ο ποιητής είναι ένα μπιτόνι με βενζίνη γεμάτο που οφείλει δίπλα στο κερί να σταθεί έτσι ώστε ν’ αρπάξει φωτιά, και με το φλεγόμενο κορμί του, το σκοτάδι να σκοτώσει… Τα  είπε όμως καλύτερα από μένα ο Σινόπουλος και το απέδειξαν εμπράκτως ο Μποντλέρ, ο Ρεμπώ, ο Λωτρεαμόν, (η ποίηση πρέπει να γράφεται απ’ όλους), ο Λαπαθιώτης και τόσοι άλλοι που έζησαν ποιητικώς, αλλά κι αυτομόλησαν μες στους στίχους τους κι έδειξαν δρόμους που φώτισαν με τη φαιά ουσία τους. Ζην ποιητικώς…

Ας έρθω όμως στα καθ’ ημάς πεπραγμένα. Στην Ελλάδα των μνημονίων, η τέχνη ομοιάζει από ανύπαρκτη ως πεθαμένη. Δεν λησμονώ την ύπαρξη των αυτονομημένων, των πολλών έξω από τα καθιερωμένα περί τέχνης των «μέσων». Υπάρχουν, κι ας είναι η φωνή τους κατά πολύ περιορισμένη, υπάρχουν με όλα τα καλά κι όλα τα κακά τους, κι ελπίζω κάποια μέρα, από τη δική τους θέση να υπάρξει αυτή η μορφή τέχνης που θα διακηρύξει τον θάνατο της τέχνης και την γένεση της έμβιας τέχνης. Μόνο στο περιθώριο της πλαισιωμένης με συμβατικά, στεγανοποιημένα βαρίδια τέχνης θα μπορέσει να ξεσπάσει η πυρκαγιά του επαναστατικού πεσιμισμού. Πολλοί είναι αυτοί που ακούγοντας τον όρο επαναστατικός πεσιμισμός, τρομάζουν και κοιτούν όλο απορία γύρω τους να βρουν την απάντηση στο ερώτημα: «Πώς μπορεί ο πεσιμισμός να είναι επαναστατικός;». Για όσο τα δεδομένα γύρω μας θα είναι μαύρα, η πιο λαθεμένη εκδούλευση ενός επαναστάτη προς τους εν δυνάμει συντρόφους του, καθώς και της επανάστασης καθεαυτής, είναι τα παρουσιάζει ως άσπρα.

Η ωραιοποίηση της ασχήμιας, είναι το άλλοθι του κίβδηλου -συστηματοποιημένου όμως- στοχασμού, του  ωχαδερφισμού η ταυτότητα, το «έτσι έχουν τα πράγματα». Οφείλω εδώ μια διευκρίνηση προς αποφυγή παρεξηγήσεων: η διαφορά του μαύρου στον μιζεραμπιλισμό με το μαύρο στον επαναστατικό πεσιμισμό, έγκειται στο ότι το πρώτο, είναι μια στυγνή καταγραφή, μια εξιστόρηση της άμεσης πραγματικότητας, χωρίς καμία προσωπική παρέμβαση του καλλιτέχνη έτσι ώστε να μετατραπεί το μαύρο σε άσπρο. Το δεύτερο, είναι η επισήμανση της ύπαρξής του και συνάμα, είναι η κραυγή, η βούληση, η προσταγή του καλλιτέχνη, με τα όποια όπλα -μέσα- εκείνος διαθέτει, ώστε να το μετατρέψει σε άσπρο. Χαρακτηριστικό παράδειγμα επαναστατικού πεσιμισμού, η Guernica του Ρicasso: οι τσακισμένες – νεκρές μορφές, στρέφουν τα βλέμματά τους στην αιωρούμενη λυχνία, που δεν είναι τίποτα άλλο από την εξύψωση των αδικοσκοτωμένων προς την αιώνια μνημόνευσή τους. Άλλο πράγμα η άμεση πραγματικότητα κι άλλο η αποδοχή για την αποδοχή της. O επαναστατικός πεσιμισμός εν τω ρου της ιστορίας, είναι παρεμβατικός και υπερβατικός την ίδια στιγμή, ή δεν είναι τίποτα.

Η Ελλάδα λοιπόν του σήμερα. Η Ελλάδα των μνημονίων και των επιτηρήσεων. Η Ελλάδα του αρχαίου πολιτισμού και του αρχαίου Ελληνικού πνεύματος. Η Ελλάδα του σύγχρονου πεθαμένου πολιτισμού. Η Ελλάδα της πεθαμένης ελπίδας. Η Ελλάδα που, εν αντιθέσει με αλλοτινές δυσχερείς εποχές, μοιάζει να μην έχει τίποτα να περιμένει από πουθενά, ούτε από τους πολιτικούς της μα ούτε κι απ’ τους ανθρώπους των γραμμάτων και των τεχνών (είναι γνωστή η διακήρυξη των 32 κατά την υπογραφή του πρώτου μνημονίου που λίγο πολύ, μας είπαν πως και λίγο θα είναι ό,τι κι αν πάθουμε). Η τέχνη στα μάτια των πολλών φαντάζει ως είδος πολυτελείας, κι αυτό καλούνται να αλλάξουν οι συνειδητοποιημένοι ως προς την ανάγκη αλλαγής των δεδομένων και στο κοινωνικοπολιτικό γίγνεσθαι μα και στο καλλιτεχνικό, καλλιτέχνες. Η ιστοριογραφική εικοτολογία θα μπορέσει να επαναπροσδιοριστεί προς όφελός μας μόνο όταν εμείς το θελήσουμε.

Η εξαγγελία θανάτου της τέχνης θα γίνει τη στιγμή του διαγγέλματος για το τι ζητά, τι απαιτεί ο επαναστατικός πεσιμισμός. Ο θάνατος της τέχνης θα συνοδευτεί με τη μετατροπή της ζωής σε έμβια τέχνη, με την  υπερίσχυση του Απόλλωνα έναντι του Μολώχ. Τότε ο μιζεραμπιλισμός δεν θα είναι τίποτα περισσότερο από μια μουσειακής αξίας, χαμένη στην ομίχλη του δικού της απροσδιόριστου, λέξη. Είθε τα χρώματα τού εν τοις ουρανοίς καμβά να οριζοντοποιήσουν την κάθετη γραμμή. Είθε η διαύγεια του μη ορατού να ξεπεράσει το ορατό. Η τέχνη πέθανε!

 https://staxtes2003.com/2019/07/24/24-7-19/?fbclid=IwAR1w4aTKCpciDYon0lQk70o02xmSihTAi61TWu8QYRwdCVDH5meJVSpBe1Y

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου