-->

Πέμπτη, 11 Ιουλίου 2013

Ο Άντον Τσέχωφ και το αγεφύρωτο των κοινωνικών τάξεων

του Θανάση Μπαντέ

Η νουβέλα του Τσέχωφ «Η Ζωή μου» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Ερατώ» δεν αποτελεί αυτοβιογραφία, παρά τον παραπλανητικό της τίτλο. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν βασίζεται εξολοκλήρου στην πραγματικότητα. Εξάλλου, πολλά στοιχεία που εντάσσονται μυθιστορηματικά στην πλοκή αποτελούν ξεκάθαρες προσωπικές εμπειρίες. Ο άκρως συντηρητικός και αυταρχικός πατέρας του Μισαήλ Πόλοζνιεφ θυμίζει – θα λέγαμε σκιαγραφεί – τον πραγματικό πατέρα του Τσέχωφ του οποίου η θρησκοληψία και η τυραννική συμπεριφορά ανάγκασε τα δυο μεγαλύτερα αδέρφια του, Αλέξανδρο και Νικόλαο, να φύγουν από το σπίτι. Η Μάσα που παντρεύεται ο Μισαήλ, κατά κοινή ομολογία, αποτελεί για τον Τσέχωφ προσωπική θεατρική γνωριμία.

Η αδερφή του Μισαήλ, Κλεοπάτρα, πεθαίνει από φυματίωση, αρρώστια που παρουσιάστηκε στον Τσέχωφ από το 1897. Ο Μισαήλ με τη γυναίκα του Μάσα εγκαθίστανται σ’ ένα αγρόκτημα, ιδιοκτησία του πλούσιου πεθερού του Μισαήλ, και ζουν από κοντά τη ζωή της υπαίθρου και τον ιδιόμορφο χαρακτήρα των μουζίκων, πράγμα που έκανε ο ίδιος ο Τσέχωφ όταν αγόρασε ένα αγρόκτημα, όπου και εγκαταστάθηκε, στο χωριό Μελίχοβο, ογδόντα χιλιόμετρα έξω από τη Μόσχα. Η Μάσα πρωταγωνιστεί στην προσπάθεια για το χτίσιμο ενός σχολείου, δραστηριότητα με την οποία καταπιάστηκε επανειλημμένως ο Τσέχωφ. Πέρα από αυτά όμως, αυτό που καθιστά το έργο προσηλωμένο στην πραγματικότητα είναι η αδιαπραγμάτευτη αλήθεια της ρωσικής επαρχίας και των ανθρώπων της, που ξεπηδούν με γύμνια πρωτοφανή, καθιστώντας άχρηστα όλα τα φκιασιδώματα. Γιατί ο Τσέχωφ δεν ενδιαφέρεται για μύθους. Ενδιαφέρεται για τις κοινωνικές αλήθειες που μόνο μέσα από τις σχέσεις των ανθρώπων μπορούν να αναδειχθούν. 

Ο Μισαήλ προβαίνει σε παράλογες συμπεριφορές. Ενώ ως γόνος μεγαλοαστού αρχιτέκτονα, αδιαπραγμάτευτου κοινωνικού κύρους, θα μπορούσε να ασχοληθεί με όλα τα καταξιωμένα επαγγέλματα που γεννά η ρωσική γραφειοκρατία, εκείνος κάνει τα πάντα για να αποτύχει. Τον προσλαμβάνουν – περισσότερο λόγω καταγωγής – σε πολλά γραφεία και τελικά αναγκάζονται να τον απολύσουν εξ’ αιτίας της αχαρακτήριστης συμπεριφοράς του. Δεν δείχνει ποτέ το ελάχιστο ενδιαφέρον για όλες τις εργασίες που διεκπεραιώνει.  Μέσα σε ελάχιστο χρόνο κατάφερε να αλλάξει εννέα θέσεις. Ο Μισαήλ είναι μια πληγή για τον πατέρα του, ο οποίος κάνει τα πάντα για να τον συνετίσει. Τον βρίζει, τον προσβάλλει, τον χαστουκίζει, απειλεί να τον αποκληρώσει. Ο Μισαήλ φαίνεται ατάραχος μέσα στη δική του ιδεολογική αδιαλλαξία, που απαξιώνει σε απόλυτο βαθμό κάθε αστική δραστηριότητα. Όλες οι γραφειοκρατικές δουλειές του φαίνονται σκουπίδια. Τα χτίσματα του πατέρα του τού φαίνονται σκουπίδια: «…..η δική του καλλιτεχνική έμπνευση μπορούσε να προκύψει και να αναπτυχθεί ξεκινώντας μόνο από την αίθουσα του χορού και το σαλόνι. Κοντά σ’ αυτά τα δωμάτια σχεδίαζε την τραπεζαρία, το παιδικό δωμάτιο, το γραφείο, συνδέοντάς τα με πόρτες.

Έτσι, αναπόφευκτα, όλα τα δωμάτια έβγαιναν συνεχόμενα, και το καθένα είχε δύο ή και τρεις παραπανίσιες πόρτες. Η φαντασία του πατέρα μου θα πρέπει να είχε χάσει τη σαφήνειά της, να ήταν πολύ μπερδεμένη και μισερή». (σελ. 22- 23). Για τον Μισαήλ η πατρική αρχιτεκτονική δεν είναι παρά ο μαρασμός της αστικής τάξης, που τελικά ζει ανέραστα και φοβισμένα, χωρίς την ελάχιστη ζωτικότητα. Η αρχιτεκτονική τυποποίηση δεν είναι παρά η ασφυκτικά τυποποιημένη αστική ζωή, που σπαταλιέται δίχως φαντασία, κρυμμένη πάντοτε κάτω από το προσωπείο της στιβαρότητας της κοινωνικής υπεροχής, που μόνο η ανόθευτη σοβαρότητα μπορεί να εξασφαλίσει: «Κάθε φορά, σαν να ένιωθε ότι κάτι έλειπε, κατέφευγε σε διάφορες προσθήκες, προσαρτώντας τες την μια στην άλλη, και βλέπω σαν να ‘ναι τώρα τις στενές εισόδους, τους στενούς διαδρόμους, τις λοξές σκαλίτσες που βγάζουν στον ημιώροφο, όπου μόνο καμπουριάζοντας μπορείς να σταθείς και όπου, αντί για πάτωμα, υπάρχουν τρεις τεράστιοι αναβαθμοί σαν τα ράφια των μπάνιων, και η κουζίνα βρίσκεται οπωσδήποτε κάτω από το σπίτι, με καμάρες και πάτωμα στρωμένο με κεραμικά πλακάκια……….Δεν ξέρω γιατί, αλλά όλ’ αυτά τα σπίτια που έχτισε ο πατέρας μου και έμοιαζαν το ένα με το άλλο, μου θύμιζαν αόριστα το ημίψηλό του, τον σβέρκο του, τον ισχνό και πεισματικό. Με το πέρασμα του χρόνου ο κόσμος μπούχτισε πια με την έλλειψη έμπνευσης που χαρακτήριζε τον πατέρα μου, έλα όμως που η έμπνευση αυτή ριζοβόλησε και κατέληξε να γίνει το τοπικό μας στυλ». (σελ. 23 – 24). Ο Μισαήλ αποφασίζει ότι θέλει να γίνει εργάτης. Όσο για την πατρική κληρονομιά, την αποποιείται από θέση αρχής, κάνοντας τον πατέρα πιο έξαλλο από ποτέ. 

Άρχισε να κάνει χειρωνακτικές δουλειές μαζί με τον Ρέντκα. Κυρίως βάφανε στέγες. Η σωματική εξάντληση του Μισαήλ και το ατημέλητο της εμφάνισης του τον οδήγησαν στη γραφικότητα. Η ασφυξία της κλειστής επαρχιακής πόλης που διαλύει κάθε ανωνυμία δεν είναι παρά η έσχατη ταπείνωση. Ένας ψαράς του φώναξε: «Δε λυπάμαι εσένα, βρε χαϊβάνι! Τον πατέρα σου λυπάμαι!» Από παντού εισέπραττε σχόλια: «Μισό κέρδος! Μπογιατζή! Ώχρα!» Οι παλιοί φίλοι τον απέφευγαν, άλλοι τον λυπόνταν. Χωρίς αμφιβολία ο Μισαήλ ήταν ένας αποτυχημένος. Ήταν ο άνθρωπος που κατάφερε να υποβιβαστεί κοινωνικά. Ο γιος του διευθυντή της κρατικής τράπεζας ήταν ήδη κολεγιακός σύμβουλος. Ο γιος του αρχιτέκτονα ζούσε με πενιχρά εισοδήματα κάνοντας υποτιμητικές δουλειές. Γιατί ο εργάτης στην τσαρική Ρωσία όπου γράφει ο Τσέχωφ δεν είχε σχεδόν κανένα δικαίωμα και το να υποπέσει κάποιος στην κατηγορία του εργάτη ήταν αποτυχία χωρίς προηγούμενο: «Στα μαγαζιά σ’ εμάς τους εργάτες έδιναν σάπιο κρέας, πολυκαιρισμένο αλεύρι και νερωμένο τσάι. Στις εκκλησίες μας έσπρωχνε η αστυνομία, στα νοσοκομεία μας κατάκλεβαν οι νοσοκόμοι και οι αδερφές και αν, φτωχοί καθώς ήμασταν, δεν τους δίναμε το κάτι τις τους, για να μας εκδικηθούν μας τάιζαν σε βρώμικα πιάτα…….Εννοείται ότι για δικαιώματα δεν μπορούσε να γίνει ούτε κουβέντα και τα λεφτά που κερδίζαμε, έπρεπε κάθε φορά να τα ζητιανεύουμε, σαν ελεημοσύνη, στημένοι ξεσκούφωτοι στην πίσω πόρτα του σπιτιού». (σελ. 88 – 89). 

Μοναδική παρηγοριά ήταν η παρέα του νεαρού γιατρού Μπλάγκοβο και της Μάσα. Η Μάσα ήταν η κόρη του πάμπλουτου μηχανικού Ντόλζικοφ, ο οποίος ήξερε καλά να πλουτίζει πατώντας επί πτωμάτων. Όμως, η αστική ζωή έκανε τη Μάσα δυστυχισμένη. Τα καλλιτεχνικά δρώμενα φιλανθρωπικού σκοπού που εκτυλίσσονταν στο σπίτι των Αζόγκιν δεν ήταν παρά το επιστέγασμα της θανατερής πλήξης που εξασφαλίζει η ανέραστη κοινωνικότητα. Ο γιατρός Μπλάγκοβο είχε επαναστατικές ιδέες. Ήταν υπέρμαχος της προόδου. Αντίπαλος του αστισμού. Κι εδώ ακριβώς βρίσκεται ο πυρήνας που δομεί την καινούργια παρέα. Η άρνηση της κοινωνικής τάξης στην οποία ανήκουν. Η αναζήτηση του βαθύτερου, του αληθινού, του ανέρωτου στις σχέσεις των ανθρώπων που μόνο ξεπερνώντας τα γελοία κοινωνικά στερεότυπα των τάξεων μπορεί να επιτευχθεί. Ο Μισαήλ και η Μάσα παντρεύονται και αποφασίζουν να ζήσουν σ’ ένα αγρόκτημα που ανήκε στον Ντόλζικοφ.

Άντον Τσέχοφ (1860-1904)
Ο Μισαήλ δουλεύει όλη μέρα στα χωράφια και καταπιάνεται και με τις χειρωνακτικές εργασίες που απαιτεί το νέο σπίτι. Η Μάσα δουλεύει κι αυτή πυρετωδώς. Η απραξία της αστικής ζωής ανήκει στο παρελθόν κι αυτό τους γεμίζει χαρά. Η Μάσα θέλει να προσφέρει στους ανθρώπους της υπαίθρου. Οι μουζίκοι όμως δεν είναι και τόσο συνεργάσιμοι. Το μεγάλο της όνειρο για το χτίσιμο του σχολείου μετατρέπεται σε φιάσκο χωρίς προηγούμενο. Η διαδικασία καθυστερεί παντελώς αδικαιολόγητα, οι μουζίκοι κλέβουν υλικά και τα πουλάνε για να πιούν βότκα προβάλλοντας γελοίες δικαιολογίες κι απαιτώντας περισσότερα χρήματα. Στα χωράφια τους εξαπατούν. Τους κλέβουν ζώα κι εργαλεία. Καταγγέλλουν ότι ο Μισαήλ καταπατά τα χωράφια των άλλων και ζητούν αποζημιώσεις. Αγνοώντας τα ακριβή όρια του κτήματος ο Μισαήλ πληρώνει κι αργότερα καταλαβαίνει ότι εξαπατήθηκε. Του πουλούν εξοπλισμούς για τα άλογα και μετά τους κλέβουν και τους του ξαναπουλούν. Σταδιακά η Μάσα χάνει το κουράγιο της. Όλο και συχνότερα καταφεύγει στην πόλη, στο σπίτι του πατέρα της, αφήνοντας τον Μισαήλ μόνο στο αγρόκτημα. Διαδίδει παντού τα χειρότερα για τους άξεστους και μπεκρήδες μουζίκους. Οι επισκέψεις του γιατρού αραιώνουν.

Εξάλλου, είναι φανερό ότι ο Μισαήλ δεν έχει τίποτε κοινό μαζί του. Ο γιατρός Μπλάγκοβο παρά τις προοδευτικές του ιδέες, επί της ουσίας, δεν είναι διατεθειμένος να παραχωρήσει τίποτε από τα κεκτημένα της κοινωνικής του τάξης. Τελικά, εκπροσωπεί τον προοδευτισμό που ξέρει να προσαρμόζεται, που κόβεται και ράβεται κατά το δοκούν και που εξυπηρετεί την καθαρά προσωπική ανάγκη της ανώδυνης διαφοροποίησης, δηλαδή της ελεγχόμενης επαναστατικότητας, που, σε τελική ανάλυση, μόνο ως κυνισμός μπορεί να εκληφθεί. Η Μάσα αδυνατεί να κατανοήσει τους μουζίκους και δεν μπορεί να συνυπάρξει μαζί τους, αφού ποτέ δεν τους αντιμετώπισε ισότιμα. Δεν προσπάθησε ποτέ να μπει στη λογική τους. Στην ουσία προσπάθησε να τους ευεργετήσει εκπροσωπώντας τη δεδομένη δική της ανωτερότητα. Θα έλεγε κανείς ότι περίμενε ευχαριστίες. Στο βάθος θεωρούσε ότι τους κάνει χάρη. Ζητά διαζύγιο από τον Μισαήλ και φεύγει στο εξωτερικό. 

Τελικά, δεν είναι και τόσο εύκολο να αρνηθεί κανείς την αστική τάξη (σε αντίθεση με την εργατική που την απαρνείται μάλλον ευκολότερα). Μόνο τρελοί σαν τον Μισαήλ το πετυχαίνουν. Οι γνωστικοί κάνουνε μια ταξική γυροβολιά, καθαρά θεωρητική, κι επιστρέφουν σ’ αυτήν. Γιατί, πέρα από την άνεση και την αστική ασφάλεια, στην πράξη αδυνατούν να κατανοήσουν τις άλλες τάξεις. Περισσότερο φαντασιώνονται την προσφορά τους σ’ αυτές κι αυτό δεν είναι παρά η ξεκάθαρη, αίσθηση της υπεροχής, που σηματοδοτεί τη βαθύτερη άγνοια. Υπό αυτούς τους όρους είναι αδύνατο να κατανοηθεί το δίκιο των μουζίκων: «Όσο αδέξιο θηρίο και αν έμοιαζε ο μουζίκος, ακολουθώντας το ξύλινο αλέτρι του και όσο κι αν γινόταν σκνίπα στο μεθύσι με τη βότκα, εντούτοις, όταν τον κοίταζες από κοντά, ένιωθες ότι μέσα του υπήρχε κάτι απαραίτητο και πολύ σπουδαίο, κάτι που έλειπε, από τη Μάσα και το γιατρό, για παράδειγμα». (σελ. 164). Ο Μισαήλ είναι ο άνθρωπος που δεν θα καταλάβει ποτέ τα αυτονόητα και θα βασανίζεται αιωνίως από αφελείς ερωτήσεις: «Όταν αυτή η καλή, έξυπνη γυναίκα χλώμιαζε από αγανάκτηση και, με τρέμουλο στη φωνή της, μιλούσε με το γιατρό για τα μεθύσια και τις κομπίνες των μουζίκων, η ικανότητά της να ξεχνά με έκανε να σαστίζω και με εντυπωσίαζε. Πώς μπορούσε να ξεχνά ότι ο πατέρας της, ο μηχανικός, έπινε κι αυτός πολύ και ότι τα λεφτά με τα οποία αγοράστηκε η Ντουμπέτσνια αποκτήθηκαν με μια ολόκληρη σειρά από αισχρές, ξετσίπωτες κομπίνες;» (σελ.165). 

Άντον Τσέχωφ «Η ζωή μου»  εκδόσεις «ΕΡΑΤΩ» Αθήνα 2010

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου