-->

Δευτέρα, 2 Δεκεμβρίου 2013

Ποιός υπήρξε, λοιπόν, ο δημιουργός; Μια διεισδυτική ματιά του Έβαλντ Ιλιένκοφ στο αίνιγμα της θρησκείας

Έβαλντ Ιλιένκοφ
αναδημοσίευση από τη "Λέσχη"

Το κείμενο που ακολουθεί είναι απόσπασμα από το βιβλίο Για τα Είδωλα και τα Ιδεώδη (1968). Μια πολύτιμη συμβολή του Έβαλντ Ιλιένκοφ, ενός απ’ τους σημαντικότερους σοβιετικούς φιλοσόφους. Στα ελληνικά κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Οδυσσέας, το 1976, με τίτλο Τεχνοκρατία και ανθρώπινα ιδεώδη στο σοσιαλισμό. Αν σας κινήσει το ενδιαφέρον και ψάχνετε απαντήσεις στα ερωτήματα που θέτει στο τέλος, μπορείτε να αναζητήσετε ολόκληρο το βιβλίο εδώ. Η γραφή του Ιλιένκοφ εκτός από απολαυστική, είναι και εξαιρετικά διδακτική!

 του Έβαλντ Ιλιένκοφ 

Ποιός υπήρξε, λοιπόν, ο δημιουργός; 

“Ο Θεός δημιούργησε τον άνθρωπο κατ’ εικόνα και ομοίωσή του”, λέγεται σ’ ένα πολύ γνωστό βιβλίο, και ο άνθρωπος τον αντάμειψε με την πιο μαύρη αχαριστία, πρόσθεσε με δηκτική ειρωνεία ο συγγραφέας ενός άλλου βιβλίου. Αλλά αν αφεθούν κατά μέρος οι πνευματικές διαμάχες, και τα παραμύθια, υποστήριξε ένας τρίτος συγγραφέας, θα χρειαστεί ν’ αναγνωρίσουμε ανοικτά και καθαρά ότι ο άνθρωπος δημιούργησε το θεό, έτσι όπως δημιούργησε βιβλία και αγάλματα, καλύβες και ναούς, το ψωμί και το κρασί, την επιστήμη και την τεχνική. Και γι’ αυτό, το σκοτεινό πρόβλημα για το δημιουργό και το πρότυπο, απ’ όπου αυτός εμπνεύστηκε, βρίσκει τη λύση του σε μια αλήθεια απλή και καθαρή: ο άνθρωπος δημιούργησε τον εαυτό του και μετά την αυτοπροσωπογραφία του, στην οποία έδωσε το όνομα “θεός”. Έτσι, στο πρόσωπο του “θεού” ο άνθρωπος γνώρισε και λάτρεψε μόνο τον εαυτό του, νομίζοντας ωστόσο ότι αναγνωρίζει ένα διαφορετικό πλάσμα, και η θρησκεία στην πραγματικότητα δεν υπήρξε τίποτα’ άλλο, παρά ένας καθρέφτης που έδειχνε στον άνθρωπο τις ίδιες του τις όψεις.

Αλλά σ’ αυτή την περίπτωση είπε ένας τέταρτος διανοούμενος, δεχόμενος την ερμηνεία του τρίτου, σ’ αυτή την περίπτωση ο συγγραφέας της Βίβλου υπήρξε στ’ αλήθεια, ακόμη κι αν διατύπωσε τις σκέψεις του ενδίδοντας στις αυταπάτες του καιρού του: ναι, το πλάσμα που αναπαρίσταται στην εικόνα δημιούργησε στ’ αλήθεια τον άνθρωπο, γιατί η εικόνα είναι μια απλή απεικόνιση του ανθρώπου, απεικόνιση δημιουργημένη από τον ίδιο τον άνθρωπο. Και αν τα πράγματα έχουν έτσι, δεν υπάρχει τίποτα το κακό στο γεγονός ότι ο άνθρωπος ζητάει να μιμηθεί στα πάντα το ζωγραφισμένο στην εικόνα πρόσωπο.

Ο καλλιτέχνης, ζωγραφίζοντας την αυτοπροσωπογραφία του, σοφίστηκε να αναπαραστήσει εκεί μονάχα τις θετικές πλευρές, μονάχα την ποιότητα του φτωχού αμαρτωλού και γι’ αυτό, στο πρόσωπο του “θεού”, ο άνθρωπος απεικονίστηκε αποκλειστικά με την καλύτερη του πλευρά. Ο “θεός” είναι μόνο ένα ψευδώνυμο του ιδανικού Ανθρώπου, ένα ποιητικό – ιδανικό πρότυπο του τέλειου Ανθρώπου, το ιδανικό τοποθετημένο από τον άνθρωπο στον εαυτό του, το ανώτατο όριο στης ανθρώπινης αυτοτελειοποίησης. Όλες τις κακές, αρνητικές ανθρώπινες πλευρές, που πρέπει να ξεπεραστούν, ο ίδιος ο καλλιτέχνης τις συμπύκνωσε σε μια άλλη αυτοπροσωπογραφία, στην οποία έδωσε το όνομα “διάβολος”.

Γι’ αυτό ο “θεός” είναι κάθε άλλο παρά μια νατουραλιστική εικόνα του γήινου αμαρτωλού και θνητού ανθρώπου, που έχει μέσα του διαλυμένα σ’ ένα μοναδικό πρόσωπο τόσο το “θεό” όσο και το “διάβολο”. “Θεός” είναι ο άνθρωπος όπως πρέπει να είναι ή να γίνει σαν αποτέλεσμα της αυτοτελειοποίησής του και “διάβολος” είναι ο ίδιος ο άνθρωπος όπως δεν πρέπει να είναι, όπως πρέπει να πάψει να είναι σαν αποτέλεσμα της ίδιας διαδικασίας αυτοκαλλιέργειας, δηλαδή το ιδανικό ανθρώπινο πρότυπο ατέλειας και κακίας.

Με άλλους όρους, “θεός” και “διάβολος” είναι κατηγορίες με τις οποίες ο άνθρωπος προσπαθεί να διαχωρίσει και να ξεχωρίσει μέσα του το Καλό και το Κακό, τις αληθινά ανθρώπινες αξίες και τους αταβισμούς της απλά ζωικής καταγωγής του. Βλέποντας με ευλάβεια την εικόνα του “θεού”, ο άνθρωπος μπορεί έπειτα να επαληθεύσει ποιά αληθινά χαρακτηριστικά της φύσης του ο ίδιος εκτίμησε και εξύψωσε (“θεοποίησε”) και ποιά αντίθετα απόκρουσε και εξόρκισε σαν “διαβολικές ενέργειες”, ζητώντας να γίνει κύριος του εαυτού του.

Έτσι, αν ήταν ο άνθρωπος που δημιούργησε το “θεό” και το “διάβολο”, και όχι ο “θεός” που δημιούργησε και ο “διάβολος” που διέφθειρε τον άνθρωπο, ο μύθος της “δημιουργίας” και του προπατορικού αμαρτήματος είναι ένα έργο υψηλής ποίησης, όπου ο άνθρωπος προσπάθησε για πρώτη φορά να πραγματοποιήσει την αυτογνωσία του, να διακρίνει μέσα του το Καλό και το Κακό, το Δίκαιο και το Άδικο, το Ανθρώπινο και το Αντιανθρώπινο. Κι έπειτα δεν χρειάζεται να διαλύσουμε τη θρησκεία, με τις παραστάσεις της της “θεότητας” και της “αμαρτίας”, αλλά αρκεί να ξανασκεφτούμε τις αρχαίες ιστορίες (χωρίς να πιστεύουμε στο γράμμα τους) σύμφωνα με ανθρώπινες ηθικές κατηγορίες. Χρειάζεται να καταλάβουμε ότι με το να προσκυνάει ο άνθρωπος το “θεό”, προσκυνάει αυτό που έχει για Καλύτερο μέσα στην ψυχή του.

Πρέπει να καταλάβουμε ότι η θρησκεία δημιούργησε στο πρόσωπο του “θεού” το ιδανικό πρότυπο της ανθρώπινης τελειότητας και πως στο χριστιανισμό ο Άνθρωπος απόκτησε το ύψιστο ανθρώπινο Ιδεώδες, απ’ όλους κατανοητό και αποδεκτό. Οι άθεοι, προσπαθώντας να αποδείξουν ότι δεν υπάρχει θεός ούτε διάβολος, προσφέρουν στον άνθρωπο μια πολύ κακή υπηρεσία, εφόσον του στερούν τα κριτήρια για να ξεχωρίσει το Καλό από το Κακό, το Θεμιτό από το Αθέμιτο.

“Στοπ!”, λένε σ’ αυτό το σημείο οι άθεοι. Όλα αυτά φαίνονται πολύ λογικά, μα δεν είναι μέχρι βάθους. Πράγματι, ο άνθρωπος προβάλλει στη γαλάζια σκηνή των ουρανών μόνο τις ιδέες για τον εαυτό του, για το καλό και για το κακό, θεοποιώντας (δηλαδή αποδίδοντας στο θεό) μερικά πραγματικά του χαρακτηριστικά και καταδικάζοντας (δηλαδή αποκαλώντας τα “διαβολικούς πειρασμούς”) άλλα. Ο άνθρωπος, στην αρχή, ήταν πράγματι αναγκασμένος να αντιτάσσει στον εαυτό του τις δικές του δυνάμεις και ικανότητες, περιγράφοντάς τες σαν δυνάμεις και ικανότητες ενός άλλου πλάσματος μόνο και μόνο για να τις κοιτάζει σαν “αντικείμενο” εξωτερικό και να τις αξιολογεί κριτικά, ώστε να αφομοιώνει μονάχα τις ικανότητες που παράγουν το καλό και να απορρίπτει εκείνες που προκαλούν το κακό. Ο άνθρωπος ήταν αναγκασμένος να συμπεριφέρεται μ’ αυτό τον τρόπο, γιατί ο μοναδικός του καθρέφτης ήταν τότε ο ουράνιος θόλος και είναι φανερό ότι χωρίς καθρέφτη είναι αδύνατο να αυτοπαρατηρηθείς.

Αλλά εδώ δεν ξεκαθαρίζεται καθόλου γιατί ο άνθρωπος πρέπει να φτάσει στην “αυτογνωσία” μέσα από τη “γνώση του θεού”. Γιατί πρέπει να ξανακοιτάζει μέσα στον ουράνιο καθρέφτη, όταν έχουν κατασκευαστεί καλύτεροι καθρέφτες που δείχνουν στον άνθρωπο όλες του τις όψεις, ακόμα και τις πιο μικρές λεπτομέρειες. Δεν χωράει αμφιβολία ότι η θρησκεία είναι ένας καθρέφτης, αλλά είναι πρωτόγονος, αρχέγονος και, πάνω απ’ όλα, πολύ κοίλος, ένας καθρέφτης που η επιφάνειά του, όπως εκείνη του “ουράνιου θόλου”, έχει μια πάρα πολύ απατηλή κοιλότητα. Αυτός ο καθρέφτης γιγαντώνει ό,τι αντανακλάται πάνω του, μέχρι να του προσδώσει κοσμικές διαστάσεις και, όπως κάθε σφαιρικός καθρέφτης, αναστρέφει την εικόνα αυτού που κοιτάζεται. Αντικαθρεφτίζει με υπερβολικές διαστάσεις, υπερτροφικές διαστάσεις, ό,τι βρίσκεται μπροστά του και μοιάζει, κατά κάποιο τρόπο, μ’ ένα μικροσκόπιο, γιατί επιτρέπει να δει κανείς ότι δεν μπορεί να αντιληφθεί με γυμνό μάτι.

Αλλά τί επιβάλλει στον άνθρωπο να παρατηρεί μέσα απ’ αυτό το ιδιόρρυθμο μικροσκόπιο; Τί βλέπει ο άνθρωπος μέσα από το φακό του; Το αληθινό καλό και κακό στον αληθινό άνθρωπο; Αν ήταν έτσι, δεν θα ήταν δυνατό να εφευρεθεί ένας καθρέφτης καλύτερος από το γαλάζιο θόλο του ουρανού. Δυστυχώς, και δω είναι το κακό, ο διαθλαστής του θρησκευτικού ουρανού δεν αντανακλάει το αληθινό καλό και κακό, αλλά μόνο τις ανθρώπινες παραστάσεις αυτού που είναι καλό και αυτού που είναι κακό. Και δεν είναι, αλίμονο! το ίδιο πράγμα. Ο άνθρωπος μπορεί πάντα να κάνει τραγικά λάθη στο κοίταγμα. Και σε μια τέτοια περίπτωση, ο μεγεθυντικός φακός της θρησκείας καταλήγει να μεγαλώνει μόνο τις διαστάσεις αυτών των λαθών.

Ο μέτριος και δυσδιάκριτος σπόρος του κακού, αν κατά λάθος νομιστεί για βλαστός του καλού, μεγαλώνει στα μάτια του μέχρι να γίνει ένα πελώριο μπουκέτο από δύσοσμα λουλούδια. Κι αντίστροφα, ο λεπτός και αόρατος βλαστός της ανθρώπινης ευτυχίας, αν νομιστεί κατά λάθος για σπόρος τσουκνίδας, μεταμορφώνεται σε μια γιγαντιαία κάψα γεμάτη αγκάθια, που ρίχνει το δηλητήριο της αμαρτίας και της ηθικής καταστροφής. Αλλά το πιο τραγικό είναι ότι ο άνθρωπος θα βλέπει μόνο παραδεισένια ρόδα εκεί όπου θα φυτρώνουν μόνο αγκάθια και θα αποφεύγει το άρωμα των γνήσιων ρόδων, πεισμένος ότι εξαπατάται από τις αισθήσεις και τους διαβολικούς πειρασμούς.

Δεν συνέβη μήπως το ίδιο με το χριστιανισμό; Δεν είναι μήπως πάνω από χίλια χρόνια που οι άνθρωποι λατρεύουν το σταυρό, τη βαρβαρική αυτή κρεμάλα, που πάνω της σταυρώθηκε ο άνθρωπος, “ο γιος του ανθρώπου”; Δεν έκλαψαν μήπως από συγκίνηση, κοιτώντας το ματωμένο πρόσωπο, καλυμμένο από τον ιδρώτα της αγωνίας, του “σωτήρα”, σταυρωμένου για τη χαρά των φαρισαίων; Δεν είδαν μήπως σ’ αυτή τη μορφή την εικόνα της υπέρτατης μακαριότητας και της θείας αρετής; Την είδαν και τη λάτρεψαν. Εδώ και χίλια τόσα χρόνια η χριστιανική εκκλησία ζήτησε να μπολιάσει τους ανθρώπους με την πεποίθηση ότι ο προορισμός και ο υπέρτατος σκοπός του ανθρώπου είναι να προετοιμάζεται για την επουράνια ζωή, για την αιώνια μετά θάνατο ζωή. Στην ουσία, για τη ζωή στον τάφο. Τώρα, για να πετύχουμε γρήγορα και με ασφάλεια την αιώνια ζωή, χρειάζεται να ενεργούμε μ’ έναν ορισμένο τρόπο.

Εφόσον καθορίστηκε ο αντικειμενικός σκοπός, δεν μένει παρά να διαλέξουμε το δρόμο, για να φτάσουμε εκεί: από δω ο εξευτελισμός της σάρκας και των επιθυμιών της, η παραίτηση από την ευτυχία σε “τούτο τον κόσμο”, η υποταγή στο μοιραίο και στους δυνατούς, η προσευχή και η νηστεία. Αυτός είναι ο πιο σίγουρος δρόμος για να καταλήξουμε στον τάφο. Μ’ αυτό τον τρόπο “καλύτερος άνθρωπος” γίνεται ο ασκητής μοναχός, που είναι ντυμένος με παλιοκούρελα, που δεν μετέχει στη ζωή. Η εικόνα του “καλύτερου ανθρώπου”, με φανταστική ποιητική απόδοση, κοιτάζει τον κόσμο απ’ όλα τα εικονίσματα με τα θλιμμένα μάτια του “σωτήρα” που είναι στο σταυρό. Ο δρόμος, που οδηγεί σ’ αυτόν, είναι ο δρόμος του Γολγοθά, του πόνο που απολυτρώνει, της αυτοταπείνωσης, του μαστιγώματος, της σωτηρίας από το βούρκο και τις αισχρότητες της επίγειας ζωής…

Στους μακρινούς αιώνες του φεουδαρχικού μεσαίωνα, ο άνθρωπος θεώρησε το χριστιανικό ιδεώδες και τους δρόμους για να το φτάσει, σαν το μοναδικό σωστό και δυνατό πρότυπο της υπέρτατης ουσίας του κόσμου και της ζωής.

Για ποιό λόγο; Για τον απλούστατο λόγο ότι η όψη του “σωτήρα”, που είναι ζωγραφισμένη στο εικόνισμα, ήταν ο καθρέφτης που έδειχνε στον άνθρωπο τελείως πιστά την ίδια του την όψη, ματωμένη και καλυμμένη από τον ιδρώτα του φόβου και του πόνου, της όψη αυτού “που χρειαζόταν σωτηρία”. Ό,τι στ’ αλήθεια είναι ο πραγματικός άνθρωπος τέτοιος είναι και ο θεός του. Είναι πολύ απλό.

Αν έχουν έτσι τα πράγματα, ο ουρανός της θρησκείας δεν αντικαθρεφτίζει αυτό που ο άνθρωπος “πρέπει να είναι”, αλλά αυτό που ο άνθρωπος πράγματι είναι, με όλες τις θετικές και αρνητικές πλευρές του. Μόνο που οι τελευταίες αντανακλώνται σ’ αυτό τον καθρέφτη μονάχα σαν θετικές, και αντίστροφα. Και η εκλογή του δρόμου δεν εξαρτάται από την εκλογή του σκοπού, αλλά, αντίθετα, ο σκοπός ευθυγραμμίζεται με τους δρόμους που διάλεξε ο άνθρωπος, και η κατεύθυνση τους διαγράφεται στη φαντασία μέχρι το σημείο που μπορεί να φτάσει το ανθρώπινο βλέμμα.

Από το εικόνισμα μπορεί κανείς να καθορίσει με αρκετή ακρίβεια πώς πρέπει να είναι ο αληθινός άνθρωπος και σε ποιούς δρόμους πρέπει να βαδίσει, αλλά δεν καταφέρνει να διαβάσει κανείς στο εικόνισμα αν είναι ή δεν είναι αναγκαίο να ακολουθήσει μια καθορισμένη κατεύθυνση. Αντίθετα, αυτό δεν επιτρέπει να κάνεις μια παρόμοια ερώτηση, γι’ αυτό και είναι ένα εικόνισμα.

Το εικόνισμα επιστρέφει στον άνθρωπο την ίδια του την όψη, του δείχνει ποιός πραγματικά είναι, αλλά – εδώ βρίσκεται η πονηριά του – στολίζει την εικόνα που αντανακλά με τη χρυσή κορνίζα της λατρείας και της θρησκευτικής αφοσίωσης. Γι’ αυτό το λόγο, τα εικονίσματα και τα θρησκευτικά ιδεώδη άλλο δεν είναι, παρά ένας τύπος ηθικής και αισθητικής συμφιλίωσης του ανθρώπου με τον εαυτό του, με την όψη του δηλαδή και το σημερινό τρόπο ζωής του, άλλο δεν είναι παρά η διαιώνιση της “παρούσας ζωής” του ανθρώπου στη συνείδηση, στη φαντασία, στην καλλιτεχνική δημιουργία. Η καθημερινή ζωή και συνείδηση του ανθρώπου μετατρέπεται διαμέσου του εικονίσματος σ’ ένα Είδωλο, που πρέπει να το σέβεται και να το λατρεύει. Και, αν για τον πιστό το εικόνισμα μετατρέπεται στο Ιδεώδες, στην εικόνα ενός καλύτερου μέλλοντος, το Ιδεώδες αντικαθίσταται απροειδοποίητα από το Είδωλο. Αυτός είναι ο μηχανισμός της θρησκευτικής “αυτοσυνείδησης”, η ουσία του, όχι όμως και το αποτέλεσμα των σφαλμάτων του και των ατελειών του. Η δομή του είναι τέτοια, ώστε ο άνθρωπος να κοιτάει τον εαυτό του σαν ένα διαφορετικό Ον και να ξεχνάει πως αυτοπαρατηρείται.

Η ειδοποιός διαφορά του θρησκευτικού τύπου “αυτοσυνείδησης” από κάθε άλλο τύπο βρίσκεται ακριβώς σ’ αυτή την έλλειψη συνείδησης του γεγονότος ότι ο άνθρωπος ξαναβλέπει στην εικόνα του θεού την ίδια του την εικόνα. Αν το “ειδοποιό στοιχείο” – η έλλειψη τέτοιας συνείδησης – εξαφανιστεί, αντί για τη θρησκεία έχουμε έναν άλλο, τελείως διαφορετικό, τύπο “αυτοσυνείδησης”, δηλαδή την τέχνη.

Η τέχνη είναι κι αυτή ένας καθρέφτης. Ακόμα και σήμερα ο άνθρωπος, με το να αυτοαπεικονίζεται, στη θεατρική σκηνή για παράδειγμα, αναγκάζεται να βλέπει την πραγματική του εικόνα απ’ έξω, από την αναπαυτική του θέση στην πλατεία, σαν αντικείμενο που πρέπει να το κατανοήσει και να το αξιολογήσει. Με το να κατανοεί αυτό που συμβαίνει στη σκηνή ή στην οθόνη, ο άνθρωπος αυτοσυνειδητοποιείται, και αυτό γίνεται με τρόπο τόσο πιο καθαρό και αποτελεσματικό, όσο πιο καθαρά και αποτελεσματικά η σκηνή ή η οθόνη του επιστρέφουν αντανακλώμενο το ίδιο του το πρόσωπο.

Αλλά, διαφορετικά από τον καθρέφτη της θρησκείας, αυτός της τέχνης δεν προξενεί, αλλά αντίθετα διαλύει κάθε μοιρολατρική αυταπάτη. Αυτός προϋποθέτει ότι ο άνθρωπος βλέπει τον εαυτό του και μόνο τον εαυτό του. Γι’ αυτό και η θρησκεία εξοργίζεται πάντα ενάντια στη γνήσια τέχνη, ενάντια στον καθρέφτη όπου καθρεφτίζεται μονάχα όποιος πραγματικά θέλει να δει τον εαυτό του και όχι τις φαντασίες του για το πραγματικό του είναι.

Αν ο άνθρωπος κοιτάξει τον καθρέφτη, ξέροντας ότι έχει απέναντί του μόνο ένα καθρέφτη, θα πει: κανένας θεός, αλλά μονάχα το δικό μου εγώ με κοιτάζει μέσα από το διάφανο γυαλί που περιβάλλεται από την κορνίζα. Κι αν δε μ’ αρέσει το πρόσωπο που με κοιτάζει, πάει να πει ότι εγώ δεν είμαι στ’ αλήθεια όπως μέχρι τώρα πίστευα ότι ήμουνα, πάει να πει ότι δεν είμαι αυτός που θα θελα να δω. Δεν αξίζει να κατηγορούμε τον καθρέφτη για κακόβουλες παραμορφωτικές τάσεις. Πρέπει αντίθετα να κοιτάμε να γίνουμε αυτό που θα θέλαμε να είμαστε. Μόνο τότε, όχι πριν, θα εμφανιστούμε όπως θέλουμε στον καθρέφτη της τέχνης και της επιστήμης.

Αλλά πώς θα θελε να είναι ο άνθρωπος;

Εδώ είναι ο κόμπος. Και παρόλα’ αυτά, ούτε ένας παθιασμένα φιλαλήθης καθρέφτης δεν μπορεί να διασαφηνίσει τίποτα σχετικά. Γι’ αυτό είναι απαραίτητος ένας άλλος καθρέφτης, που να παρουσιάζει ανάγλυφα την επιθυμία, που να αναπαράγει στην επιφάνειά του όχι την πραγματική κατάσταση, αλλά το όνειρο και στα σχέδια, όχι τον πραγματικό άνθρωπο, αλλά το ιδανικό του, τον τέλειο άνθρωπο, Τον άνθρωπο, έτσι όπως πρέπει να είναι σύμφωνα με την ιδέα που έχει αυτός για τον εαυτό του.

Δεν ήταν μήπως αυτή η προσπάθεια κάθε θρησκείας; Δεν ανακάλυπτε μήπως ο άνθρωπος της Αναγέννησης στους λαξευμένους σε μάρμαρο έλληνες θεούς τα χαρακτηριστικά των “τέλειων ανθρώπων”; Μήπως το χριστιανικό ιδεώδες ήταν ένα σφάλμα της εποχής του, το αποτέλεσμα ενός τραγικού σφάλματος που μπορούσε να διορθωθεί και να μην επαναληφθεί πια στο μέλλον; Μήπως οι άνθρωποι θεοποίησαν στο πρόσωπο του Ιησού εκείνη την πλευρά του εαυτού τους που δεν έπρεπε να τη θεοποιήσουν; Μήπως έφτιαξαν ένα λαθεμένο ιδανικό με το να προβάλλον τον ανώτατο σκοπό της ηθικής αυτοτελειοποίησης; Έπρεπε τότε να ζωγραφίσουν ένα νέο εικόνισμα, να θέσουν ένα νέο Ιδεώδες με μορφή φανταστική, ένα νέο πρότυπο ανθρώπινης τελειότητας και να μιμηθούν στα πάντα τη νέα θεότητα;

Στο κάτω – κάτω οι ωραίοι θεοί, δυνατοί και σοφοί – με τα αυθεντικά χαρακτηριστικά της ανθρώπινης τελειότητας – είχαν κατασκευαστεί στο παρελθόν από μια δημιουργική φαντασία και είχαν ενσαρκωθεί στο μάρμαρο των αρχαίων αγαλμάτων … εκείνων των ίδιων αγαλμάτων που, και χωρίς χέρι, με σπασμένη τη μύτη ή ακόμα και χωρίς κεφάλι, παραμένανε όμορφα για τον άνθρωπο. Και λοιπόν, αν άρχιζε να μιμείται στη ζωτική του δραστηριότητα εκείνα τα θεία πρότυπα, δεν θα γινόταν ο άνθρωπος για μια ακόμα φορά όμορφος, σοφός και δυνατός;

Έτσι, ανάμεσα στο δέκατο τέταρτο και δέκατο πέμπτο αιώνα, δημιουργήθηκε ένα νέο ιδεώδες, το αναγεννητικό ιδεώδες της αρχαίας ομορφιάς, δύναμης και εξυπνάδας του ανθρώπου. Οι άνθρωποι είχαν βρει έτοιμο το “πρότυπο” στους έλληνες θεούς, στο Δία και στον Προμηθέα, στην Αφροδίτη και στη Νίκη της Σαμοθράκης. Μέσα στον άνθρωπο, τότε, ανακατεύτηκαν οι ιδέες περί καλού και κακού ∙ άρχισε να διακρίνει την ομορφιά σε όλα όσα θεωρούσε πριν αμαρτωλή κτηνωδία ∙ άρχισε να εκτιμάει σαν σοφά όλα όσα μεταχειριζόταν στο παρελθόν σαν ειδωλολατρικούς παραλογισμούς ∙ έπαψε να θεωρεί δύναμη την αδυναμία. Και αντίστροφα.

Συγκρούστηκαν τότε δύο ιδανικά, δύο εικόνες, δύο “πρότυπα” του τέλειου ανθρώπου. Σύμφωνα με ποιό από τα δύο αυτά πρότυπα έπρεπε να δημιουργήσει ή καλύτερα να αναδημιουργήσει το αληθινό, το αμαρτωλό ανθρώπινο πλάσμα;

Ποιός και τί, αναρωτήθηκαν, μπορεί να εμποδιστεί σ’ αυτή την περίπτωση από το όνομα του “Δαβίδ”, χαραγμένο κάτω από το άγαλμα του Μιχαήλ Άγγελου, που παριστάνει ένα νέο όμορφο, δυνατό και έξυπνο; Από τη θρησκεία δεν έμεινε μήπως εδώ μόνο το όνομα; Πού είναι τότε η διαφορά; Σε τί πράγμα διαφέρει σ’ αυτή την περίπτωση – όσον αφορά την πραγματική του λειτουργία – ο καθρέφτης αυτής της τέχνης από κείνον του εικονίσματος; Δεν παράμεινε μήπως, για αιώνες, στο ιερό μιας εκκλησίας η “Μαντόνα Σιξτίνα”, πριν αλλάξει σπίτι και μετακομίσει σε πιο άνετος και ευρύχωρους χώρους; Μήπως άλλαξε τίποτα σ’ αυτή, μετά το πέρασμά της από μια θρησκευτική δραστηριότητα στην έκθεσή της σε μια πινακοθήκη;

Η ουσία, επιχειρηματολόγησαν οι διανοούμενοι, δεν βρίσκεται στα ονόματα, στις ετικέτες που μπαίνουν κάτω από τα εικονίσματα. Η ουσία βρίσκεται στο πόσο κατανοεί ή όχι κανείς το γεγονός ότι στα εικονίσματα απεικονίζεται ο άνθρωπος, ο ίδιος ο άνθρωπος και όχι κάποιο πλάσμα που υπάρχει έξω και πριν απ’ αυτόν, και που ονομάζεται θεός. Η ουσία βρίσκεται στο πόσο καταλαβαίνει κανείς ότι θεός είναι μονάχα ένα συνώνυμο και ένα ψευδώνυμο του Ανθρώπου με κεφαλαίο, του ιδανικού δηλαδή ανθρώπου, που το πρότυπό του πρέπει να παίρνουν οι άνθρωποι.

Κατά συνέπεια, όταν κατανοηθεί σωστά η θρησκεία, δηλαδή όχι σαν τρόπος γνώσης του θεού, αλλά σαν τρόπος αυτογνωσίας του ανθρώπου, όλα θα τακτοποιηθούν. Γιατί θα έπρεπε τότε η τέχνη και η επιστήμη να πολεμούν τη θρησκεία; Φτάνει να κάνουμε σωστή κατανομή των διαφόρων καθηκόντων: η τέχνη και η επιστήμη θα αντανακλούν αυτό που είναι, ενώ η θρησκεία και η αγιογραφία θα αντικαθρεφτίζουν, μ’ αυτή την έννοια, αυτό που πρέπει να είναι, θα παρέχουν δηλαδή στον άνθρωπο το ιδανικό της αυτοτελειοποίησής του.

Ποιά διαφορά μπορεί να υπάρχει, αν αυτό το ιδανικό βαφτιστεί μ’ ένα όνομα που διαλέχτηκε τυχαία από τη Βίβλο, από τις ζωές των αγίων ορθοδόξων ή από ένα λαϊκό ημερολόγιο; Εκείνο που έχει σημασία είναι να περιγραφεί το ιδανικό με ουσιαστική ακρίβεια, έτσι ώστε να δίνει στον άνθρωπο ένα σωστό προσανατολισμό στο δρόμο της ηθικής, φυσικής και διανοητικής αυτοτελειοποίησης, έτσι ώστε να μην τον οδηγεί (όπως έκανε αντίθετα ο χριστιανισμός στο παρελθόν) σ’ ένα φυσικό και διανοητικό εκφυλισμό. Δεν μετράει στην ουσία σε τίποτα, αν θα αποκαλέσεις αυτό το ιδανικό θείο ή όχι.

Μια τέτοια επιχειρηματολογία θα φαινόταν απόλυτα ικανοποιητική για τη θρησκεία, εφόσον θα της κράταγε μια λειτουργία πλήρους σεβασμού στον καταμερισμό της εργασίας. Παρόλα’ αυτά η συνεργασία δεν έγινε. Η θρησκεία απόκρουσε με οργή τη νέα ερμηνεία του ρόλου της και αρνήθηκε να παρατήσει τα καθήκοντα που της έχουν ανατεθεί. Γιατί; Τί πράγμα δεν της άρεσε στην επιχειρηματολογία, που μόλις αναφέραμε, και στα πορίσματα που κατέληξε; Μήπως αυτή δεν είχε εκπληρώσει στο παρελθόν τη λειτουργία, που έδειχναν τα πράγματα, ανεξάρτητα από τις αυταπάτες της; Ή μήπως η νέα ερμηνεία άφηνε να διαφύγει κάτι το πολύ σημαντικό για το μηχανισμό της θρησκευτικής αυτοσυνείδησης, κάτι που χωρίς αυτό δεν μπορεί να υπάρξει γενικά καμιά θρησκεία;

Πράγματι, κάτι διέφυγε από τη νέα ερμηνεία. Και η θρησκεία, αρνούμενη να ασκήσει την ορισμένη από τους καλοθελητές λειτουργία, δεν είχε άδικο. Λογάριαζε την ύπαρξή της πολύ καλύτερα από τους ερμηνευτές της. Το μυστικό ήταν απλό: η θρησκεία ποτέ δεν είχε και ούτε μπορούσε να εκπληρώσει τη λειτουργία που της επιφύλασσαν οι καλοθελητές. Μάλιστα, ήταν πάντα αφοσιωμένη σε μια αντίθετη λειτουργία, και στην ανάπτυξη αυτής της τελευταίας ήταν προσαρμοσμένοι όλοι οι μηχανισμοί του αντανακλαστικού της συστήματος.

Στην πραγματικότητα, ολόκληρο το σύστημα των θρησκευτικών εικόνων δεν ζωγράφιζε τον άνθρωπο έτσι όπως “πρέπει να είναι” ή όπως “πρέπει να γίνει” σαν αποτέλεσμα της αυτοτελειοποίησης. Αντίθετα, αυτό τον απεικόνιζε όπως ήταν και όπως έπρεπε νε συνεχίσει να είναι. Σαν ιδεώδες παρουσίαζε πάντα την “παρούσα ζωή” του ανθρώπου ή καλύτερα, εμφάνιζε την “παρούσα ζωή” σαν την κορυφή κάθε ανθρώπινης τελειότητας, σαν το όριο, που ο άνθρωπος δεν έπρεπε και δεν μπορούσε να το δρασκελίσει. Απεικονίζοντας τον άνθρωπο, η θρησκεία τον παρουσίαζε όχι σαν άνθρωπο, αλλά σαν θεό, σαν ένα “ανώτερο πλάσμα” που ήταν έξω από τον άνθρωπο, πριν και πάνω απ’ αυτόν σαν ένα πλάσμα που επέβαλλε στον άνθρωπο εκείνο πράγματι τον τρόπο ζωής, που αυτός μέχρι εκείνη τη στιγμή είχε εφαρμόσει.

Από θρησκευτική άποψη, ο Άνθρωπος με κεφαλαίο δεν μπορεί ούτε και πρέπει να ενδιαφέρεται για καμιά “αυτοτελειοποίηση”. Μπορούν και πρέπει να αυτοτελειοποιούνται μονάχα μεμονωμένοι “άνθρωποι”. Αυτοί έχουν την υποχρέωση να εξομοιώνονται με την εικόνα ενός ανθρώπου, που με το όνομα του θεού παρουσιάζεται σαν το πρότυπο της τελειότητας, σαν ένα εξωτερικό ιδανικό, πρωτότυπο και αδιαμφισβήτητο. Το πρότυπο δεν πρέπει να αλλάζει. Μ’ αυτή την έννοια, το χριστιανικό πρότυπο της τελειότητας θυμίζει τη ράβδο από πλατίνα που εκτίθεται στο Παρίσι και που της έδωσαν το όνομα “μέτρο”.

Η θρησκεία ήταν πάντα αντίθετη, όπως στη χειρότερη αίρεση, προς τη θέση που υποστηρίζει ότι ο άνθρωπος είναι αυτός που κατασκεύασε το θεό κατ’ εικόνα και ομοίωσή του. Αν παραδεχτεί ότι ο άνθρωπος άλλαξε και έγινε καλύτερος από πριν, αν παραδεχτεί ότι αυτός βρήκε έναν πιο ακριβή τρόπο για να μετράει την τελειότητά του, θα πρέπει να αναγνωρίσει ότι αυτός έχει το δικαίωμα να τροποποιεί το πρότυπο, να ξαναδημιουργεί το θεό, να τον αντικαθιστά μ’ ένα πιο καλοφτιαγμένο, να διαλέγει έναν ικανότερο θεό, να κατασκευάζει ένα νέο πρότυπο τελειότητας.

Με τη μορφή του θρησκευτικού ιδεώδους προσφέρεται έτσι στον Άνθρωπο η εικόνα του χθες του. Η θρησκεία έκανε πάντοτε να ξαναβιώνει η “χρυσή εποχή” στο παρελθόν. Με άλλους όρους, οι μηχανισμοί της θρησκευτικής συνείδησης στήθηκαν με τέτοιο τρόπο, ώστε να εμφανίζουν το παρελθόν σαν ένα υπόδειγμα και το παρόν σαν ένα “διεφθαρμένο παρελθόν”, σαν το αποτέλεσμα της “απομάκρυνσης του ανθρώπου από το θεό”.

Γι’ αυτό το λόγο, στη θρησκευτική νοοτροπία αποβλέπουν εκείνοι που για διάφορους λόγους είναι αναγκασμένοι να προωθούν μια ύπαρξη κάθε μέρα και χειρότερη, εκείνοι που η “πρόοδος” τους προξενεί μονάχα δυστυχίες. Πώς να τους αδικήσεις; Το παρελθόν τους υπήρξε καλύτερο από το παρόν τους και ονειρεύονται έτσι ένα μέλλον που να μοιάζει με το παρελθόν. Τέτοια τάση ακριβώς βρίσκει έκφραση στη θρησκευτική νοοτροπία και το ιδανικό της θρησκείας άλλο δεν είναι παρά η εξιδανίκευση του παρελθόντος.

“Εξιδανικεύω” σημαίνει παριστάνω κάτι με μόνο τα “υπέρ” και περιορίζω προσεκτικά όλα τα “κατά”, χωρίς τα οποία, δυστυχώς, δεν μπορούν να υπάρξουν τα ίδια τα “υπέρ”. Σαν αποτέλεσμα των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών του, το θρησκευτικό ιδεώδες είναι πάντα μια απαίσια πλάνη για τους ανθρώπους. Η απόπειρα να ζωγραφίσει το μέλλον σύμφωνα με το πρότυπο του εξιδανικευμένου παρελθόντος, αναγκάζει πράγματι τον άνθρωπο – το θέλει ή όχι – να αναπαράγει μαζί με τις θετικές πλευρές και τις αρνητικές, που είναι πάντα αξεχώριστα συνδεμένες με τις πρώτες …

Αυτό συμβαίνει ακόμα και στην περίπτωση όπου το ιδανικό βρίσκεται στις αληθινά όμορφες και πανανθρώπινα γοητευτικές εικόνες του παρελθόντος, στους αρχαίους θεούς, για παράδειγμα, στα ιδανικά δηλαδή πρότυπα ανθρώπινης ομορφιάς, δύναμης και σοφίας. Οι άνθρωποι της Αναγέννησης δεν υπολόγισαν τη θλιβερή περίπτωση όπου είναι αδύνατο να “αναγεννήσεις” τους αρχαίους θεούς, να κατασκευάσεις δηλαδή το νέο άνθρωπο κατ’ εικόνα και ομοίωση του Δία και του Προμηθέα, της Αφροδίτης και της Νίκης, χωρίς να αναβιώσει ταυτόχρονα όλες τις συνθήκες που έδωσαν ζωή και τροφή σε τέτοιες θεότητες. Χωρίς τη δουλεία, χωρίς τη μάζα των “εργαλείων που μιλάνε”, με τα χέρια των οποίων εμφανίστηκαν και δούλεψαν οι αληθινοί δημιουργοί των αγαλμάτων του Δία και του Προμηθέα, ή τους ανθρώπους που δημιούργησαν τους αρχαίους θεούς κατ’ εικόνα και ομοίωσή τους. Χωρίς αυτές τις ίδιες τις συνθήκες, που, αφού έδωσαν ζωή στους θεούς, τους σκότωσαν και τους θυσίασαν στο σταυρό μιας νέας πίστης.

Οι άνθρωποι έπρεπε να πληρώσουν πολύ ακριβά την κατάκτηση μιας πολύ απλής και καθαρής αλήθειας που μπορεί να συνοψιστεί στο εξής: αν θες να προκόψεις, απόβαλε όλες τις αυταπάτες του θρησκευτικού ιδεώδους περί του ωραίου κα του μαγευτικού που μπορεί να υπάρξει. Μην ψάχνεις στο παρελθόν να βρεις το ιδανικό, ούτε ακόμα και στο πιο όμορφο παρελθόν. Αυτό σε οδηγεί σε τόσο πιο τραγικά αποτελέσματα όσο πιο όμορφο εμφανίζεται. Μελέτα το παρελθόν όχι μόνο στις θετικές του όψεις, αλλά ακόμα και στις αρνητικές του όψεις, που είναι αξεχώριστα συνδεμένες με τις πρώτες. Μην εξιδανικεύεις δηλαδή το παρελθόν, αλλά ερεύνησέ το με αντικειμενικότητα.

Όσο για το ιδανικό, το πρότυπο δηλαδή σύμφωνα με το οποίο σκοπεύεις να διαμορφώσεις το μέλλον, σύμφωνα με το οποίο πρέπει να δουλέψεις γι’ αυτό στο παρόν, ψάξε να το βρεις από άλλον δρόμο. Ποιόν;

Δεν θα εγκαταλειφθούμε σε ονειροπολήσεις. Θα προσπαθήσουμε αντίθετα να αναλύσουμε την πείρα που ο άνθρωπος συγκέντρωσε σχετικά μ’ αυτό. Θα εξετάσουμε την ιστορία του ιδανικού της Αναγέννησης, την εξέλιξη του στη συνείδηση των λαών της Ευρώπης. Είναι μια ιστορία πολύ διδακτική.
Για την αντιγραφή από το βιβλίο: Γούσης Κώστας

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου