-->

Πέμπτη 2 Απριλίου 2015

TEK: Πως μπορούμε να ορίσουμε την σύγχρονη πολιτική τέχνη, πως μπορούμε να συμβάλλουμε στην ανάπτυξή της και στην οργανική σύνδεσή της με το κίνημα;

Το κείμενο αυτό αποτέλεσε την αρχική τοποθέτηση της ΤΕΚ στην συζήτηση με θέμα «Σύγχρονη πολιτική τέχνη: πώς θα γίνουμε κοινωνικά παρεμβατικοί & πολιτικά επικίνδυνοι», η οποία πραγματοποιήθηκε στις 25 Μαρτίου στο πλαίσιο της ημερήσιας πολυθεματικής εκδήλωσης στο θέατρο ΕΜΠΡΟΣ.

Καταρχήν, οφείλουμε να αποσαφηνίσουμε, ότι ως Τέχνη Εν Κινήσει προσεγγίζουμε την πολιτική Τέχνη όχι ως θεωρητικοί τέχνης ή ιστορικοί διότι δεν είμαστε τέτοιοι, ούτε και έχουμε το γνωστικό/ακαδημαϊκό υπόβαθρο για κάτι τέτοιο, αλλά ως εργαζόμενοι-καλλιτέχνες. Ως εργαζόμενοι-καλλιτέχνες λοιπόν, προσπαθούμε να συνδυάσουμε τις εργασιακές/κοινωνικές εμπειρίες και βιώματα που έχουμε, με τις καλλιτεχνικές μας δημιουργίες δένοντας τα, με την επιδίωξη μιας τέχνης οργανικά δεμένης με αυτό που ονομάζουμε λαϊκό, εργατικό, νεολαιίστικο κίνημα, τις ανάγκες, τις στοχεύσεις, τα επίδικα που αναδύονται μέσα από την πάλη και τους αγώνες του.

Σαν μια πρώτη επισήμανση, θέλουμε πλάι στον όρο «πολιτική τέχνη», να προσθέσουμε την λέξη «προοδευτική», ή «ανατρεπτική» γιατί μην ξεχνάμε, υπήρχε, υπάρχει και αναπαράγεται σήμερα και η αντιδραστική, συστημική πολιτική τέχνη. Πολλές φορές δεν φωνάζει πως είναι συστημική αυτή η τέχνη, όμως το περιεχόμενό της και οι στοχεύσεις της συμβάλλουν στην καθαγίαση ή στην αποδαιμονοποίηση του εκμεταλλευτικού χαρακτήρα της κοινωνίας που ζούμε, είτε μέσω του «χαβαλέ», είτε μέσω της δογματικής θέσης «τέχνη μόνο για την τέχνη», η οποία όσο αθώα και αν ακούγεται, τις περισσότερες φορές κρύβει μέσα της την αντίληψη «η τέχνη δεν είναι για να ασχολείται με τα κοινωνικά ζητήματα και προβλήματα». 

Εάν αυτός είναι ένας πρώτος αναγκαίος διαχωρισμός για να κατανοούμε πιο βαθιά για το τι μιλάμε, ένας δεύτερος -αναγκαίος και αυτός- θα μπορούσε να τεθεί με το εξής ερώτημα: Είναι τα πάντα πολιτική, συνεπώς είναι τα πάντα πολιτική τέχνη; Ένα τραγούδι ή ένα θεατρικό έργο πχ που μιλά για τον έρωτα ή τη μοναξιά, ένας πίνακας ο οποίος απεικονίζει νατουραλιστικά τη φύση, ένας πίνακας αφηρημένης τέχνης, μπορούν να ανήκουν τρόπον τινά στην πολιτική τέχνη; Νομίζουμε ότι μια παλιά απάντηση που θεωρούσε πολιτική κάθε πτυχή της ανθρώπινης δραστηριότητας (συνεπώς και την τέχνη ως όλον) όπως και αν αυτή εκφράζονταν, είναι αρκετά απλοϊκή.

Για εμάς ως ΤΕΚ ένα έργο τέχνης αποκτά πολιτικά χαρακτηριστικά, όταν περιέχει εντός του, κοινωνικό και πολιτικό αντίπαλο και στόχο. Λόγου χάρη, «…Τα πολιτικά τραγούδια, είναι –φανερά ή κρυφά- μαχόμενα τραγούδια. Σκοπεύουν πάντα σε έναν πολιτικό αντίπαλο γενικό ή ειδικό. Μπορεί ευρηματικά να δείχνουν, να καταγγέλλουν κοινωνικές και πολιτικές καταστάσεις. Μπορεί και να τις εκθειάζουν. Όσο πιο άμεσα το κάνουν αυτό οι στίχοι, τόσο περισσότερο μπαίνουμε στα σύνορα του πολιτικού τραγουδιού. Το οποίο μπορεί να είναι ένας ύμνος σε έναν ήρωα, σε μια κοινωνική τάξη ή ομάδα, ή ακόμα να περιγράφει ένα ιστορικό γεγονός, μια μάχη ή κάτι άλλο. Ανάλογα με την έμπνευση του δημιουργού, ένα τραγούδι μπορεί να είναι μαζί ερωτικό και πολιτικό, όπως πολλά δικά μας και ξένα δημοτικά και αντάρτικα. Μπορεί δίπλα στο πολιτικό να συνυπάρχει και το θρησκευτικό ακόμα στοιχείο, όπως σε μερικά νέγρικα σπιρίτσουαλς…». 


Το ίδιο ακριβώς μπορεί να ισχύει και για ένα θεατρικό έργο: Όταν ένα τέτοιο έργο σκοπεύει σε έναν αντίπαλο πολιτικό ή κοινωνικό, όταν αναδεικνύει για να αποκαλύψει και να καταγγείλει κοινωνικές συμπεριφορές όπως ο ρατσισμός ή ο εθνικισμός και τις συνδέει με το υπάρχον κοινωνικό σύστημα, τότε μιλούμε για πολιτικό θέατρο. Ως γενικότερο συμπέρασμα λοιπόν, μπορούμε να πούμε πως τα σύνορα στην πολιτική και μη πολιτική τέχνη, είναι πορώδη και η σχέση/διαδικασία δυναμική. Εφόσον ένα έργο τέχνης αποκτά κοινωνικό και πολιτικό αντίπαλο και στόχο, να ένα ασφαλέστερο κριτήριο για να δούμε αν οριοθετείται ως πολιτικό.

Βασικό ζητούμενο ενός τέτοιου έργου, είναι η αλληλεπίδραση με τον κόσμο για τον οποίο φτιάχτηκε και η αφύπνιση των συνειδήσεων. Κριτήριο και μέτρο της επιτυχίας του, είναι αν θα μπορέσει να φτάσει στον κόσμο που επιθυμεί ο καλλιτέχνης. Και αν φτάσει να μπορέσει να κοινωνήσει το περιεχόμενό του, συμβάλλοντας έτσι στην επιτυχία του γενικότερου σκοπού για τον οποίο φτιάχτηκε. Συνεπώς, το έργο τέχνης, έχει ανάγκη και αυτό από μορφές διαμεσολάβησης με βάση τις οποίες θα μπορέσει να φτάσει στον κόσμο που απευθύνεται. Σε αυτό το πεδίο τα πράγματα εδώ και χρόνια δεν είναι καθόλου καλά.
 

Ο καπιταλισμός μπορεί να ενσωματώσει τα πάντα στο πεδίο της τέχνης και του πολιτισμού, αρκεί να εξασφαλίζει την ηγεμονία του πλαισίου διαμεσολάβησης μεταξύ τέχνης και κοινωνίας: Την ηγεμονία της εμπορευματικής διαδικασίας και της βιομηχανίας του θεάματος.

Διότι είναι αυτή η διαδικασία/σχέση/διαμεσολάβηση που μπορεί να ξεδοντιάσει, ακόμα και τα πιο φορτισμένα πολιτικά έργα τέχνης, εκκενώνοντάς τα από το χειραφετητικό φορτίο τους και δίνοντάς τους αστικό/εμπορευματικό περιεχόμενο. Η εμπορευματική διαδικασία παίζοντας τον ρόλο του πλαισίου διαμεσολάβησης, διαμορφώνει παράλληλα έμμεσα και άμεσα, τόσο το κοινό όσο και το έργο τέχνης στην κατεύθυνση αποδοχής της υπάρχουσας τάξης πραγμάτων.

Το καπιταλιστικό σύστημα μέσω πολλαπλών αναδιαρθρώσεων, μπόρεσε και αναδιαμόρφωσε σε μεγάλο βαθμό τους κώδικες της ατομικής και κοινωνικής συμπεριφοράς, προσαρμόζοντάς τους στις αξίες, τους στόχους και εν τέλει στην αναπαραγωγή του ως τέτοιο. Ο καταναλωτισμός, ο ατομισμός, η μετατροπή της τέχνης σε καπιταλιστικό εμπόρευμα/προϊόν, σε συνδυασμό με την υπονόμευση και παρακμή της γειτονιάς ως κοινωνικού χώρου, και την παράλληλη διαδικασία αποσύνθεσης της –κάποτε ισχυρής- εργατικής και λαϊκής ταυτότητας, συνέβαλλαν και στην δραματική υποχώρηση της πολιτικής τέχνης τις τελευταίες δεκαετίες. Σε αυτή την εξέλιξη συνέβαλε και η επίσης δραματική υποχώρηση της πάλαι ποτέ ισχυρής αριστερής πολιτικής/πολιτισμικής ταυτότητας.

Πριν μερικές δεκαετίες ήταν ακόμα πολύ μακριά οι ραγδαίες εξελίξεις που θα ακολουθούσαν και θα διαμόρφωναν το –εν πολλοίς- σημερινό τοπίο. Η ύπαρξη μιας ισχυρής και σχετικά συνεκτικής λαϊκής/εργατικής ταυτότητας, η ύπαρξη της λαϊκής γειτονιάς η οποία ως χώρος αλλά και ως σχέση δομούσε έναν δημόσιο κοινωνικό χώρο, η ύπαρξη μιας επίσης ισχυρής αριστερής πολιτικής/πολιτισμικής ταυτότητας, όλα αυτά συνέβαλαν στο να μπουν οι βάσεις και να εκφραστεί η πολιτική και πολιτιστική κοσμογονία της δεκαετίας του ’60 και της δεκαετία του ’70. Παράλληλα, η ελπίδα και η ρεαλιστικότητα όπως φάνταζε τότες για μια νέα σοσιαλιστική κοινωνία, ήταν και αυτά παράγοντες που συνέβαλλαν καθοριστικά σε αυτή την κοσμογονία. Οι συνθήκες τούτες είναι που επέτρεψαν να ανθίσει μια γόνιμη σχέση ανάμεσα στον αριστερό αγωνιστή καλλιτέχνη και στο λαϊκό κοινωνικό σώμα, με όλες τις ανεπάρκειες και αντιφάσεις που και αυτές υπήρξαν και δεν ήταν λίγες.

Σήμερα που όλα αυτά έχουν υποχωρήσει δραματικά αλλά παράλληλα οι κοινωνικές συνθήκες πιέζουν για κάτι τέτοιο, βλέπουμε με ελπίδα την ανάδυση τα τελευταία χρόνια ενός πολύμορφου όσο και αντιφατικού γαλαξία κοινωνικών εγχειρημάτων (Εργατικές Λέσχες, Κοινωνικά Κέντρα, καταλήψεις και γενικά αυτοδιαχειριζόμενοι χώροι). Αυτές οι κοινωνικές συλλογικότητες, τα εργατικά σωματεία, οι φοιτητικοί σύλλογοι, η πολιτιστική δραστηριότητα κομμάτων και οργανώσεων της Αριστεράς όπως και η αντίστοιχη ομάδων της αναρχίας, αποτελούν στο παρόν ένα κοινωνικό δίκτυο. Ένα δίκτυο στο οποίο ήδη στηρίζονται, μπορούν και πρέπει να στηριχτούν - αλλά και να στηρίξουν- ακόμα περισσότερο οι καλλιτέχνες που ήδη παράγουν ή θα θελήσουν να παράξουν πολιτική τέχνη δεμένη με το κίνημα.

Την ίδια στιγμή όμως, αυτά τα εγχειρήματα είναι ακόμα πολύ αδύναμα για να μπορούμε να δούμε να φτάνει
με αξιώσεις, η παραγωγή του σύγχρονου πολιτικού έργου τέχνης σε μεγάλα τμήματα των καταπιεσμένων τάξεων και στρωμάτων. Επί της ουσίας σήμερα παλεύουμε για να συγκροτηθούν με νέους προφανώς όρους, οι κοινωνικές και πολιτικές προϋποθέσεις για μια άνθιση ξανά της πολιτικής τέχνης.

Η σημερινή κρίση του καπιταλιστικού συστήματος, η οποία είναι τόσο οικονομική όσο και πολιτική και πολιτισμική διαμορφώνει 2 αντίθετες τάσεις: Από την μια βαθαίνει ο ατομισμός, ο παρτακισμός και ο ωχαδερφισμός: Πολλά τμήματα και των κοινωνικά/ταξικά καταπιεσμένων υιοθετούν αυτές τις αντιλήψεις στην καθημερινότητά τους, πιστεύοντας ότι έτσι θα επιβιώσουν. Δεν βλέπουν καμία ελπίδα, δεν πιστεύουν πως μπορεί να υπάρξει εναλλακτική απάντηση στην σημερινή βαρβαρότητα. Αυτή η κοινωνική συμπεριφορά έχει και την τέχνη που της ταιριάζει: Το lifestyle, το λαϊκοποπ σκυλάδικο, χαζοχαρούμενα σήριαλ της τηλεόρασης ή ανάλογα έργα του κινηματογράφου, απηχούν τέτοιες αντιλήψεις. 


Από την άλλη έστω και σε αντιφατική, αδιαμόρφωτη και θολή βάση, αναπτύσσεται και μια λογική αντίστασης απέναντι στην επίθεση που δεχόμαστε από το κεφάλαιο: Μια λογική που εμπεριέχει την αλληλεγγύη, τον αγώνα, την αναζήτηση μιας ανθρώπινης κοινωνίας σε αντίθεση με την καπιταλιστική κοινωνία. Και αυτή η κοινωνική συμπεριφορά έχει την τέχνη που αναπτύσσεται στο πλάι της: Φεστιβάλ όπως αυτό εδώ στο ΕΜΠΡΟΣ, θεατρικά έργα που αποκαλύπτουν και αναδεικνύουν πτυχές τις καθημερινότητας και συμβάλλουν στην καταγγελία του ρατσισμού, του εθνικισμού και του σεξισμού, τραγούδια που στιγματίζουν την σημερινή κοινωνική και πολιτική πραγματικότητα.

Η δουλειά των καλλιτεχνών είναι να παράγουν καλλιτεχνικά έργα είτε μόνοι τους είτε συλλογικά. Είτε βιοπορίζονται από την τέχνη τους, είτε κάνουν άλλη δουλειά προς βιοπορισμό, οι καλλιτέχνες βρίσκονται εντός των εμπορευματικών σχέσεων τούτης της κοινωνίας και η πλειοψηφία τους είναι εργαζόμενοι, έστω και η δουλειά τους παρουσιάζει μεγαλύτερη έμφαση στην αισθητική και στις ιδέες απ’ ότι η δουλειά ενός μαραγκού ή ενός μάγειρα. Ως εργαζόμενοι-καλλιτέχνες λοιπόν, δεχόμαστε και εμείς την ίδια επίθεση της κυρίαρχης τάξης. 


Ως ΤΕΚ θεωρούμε ότι είναι ανάγκη να συμβάλλουμε στην σύνδεση των καλλιτεχνών με τους αγώνες των άλλων εργαζομένων πάνω στα κοινά ταξικά μας συμφέροντα. Μια τέτοια σύνδεση, η οποία μπορεί να αναπτυχθεί μέσω καλλιτεχνικών‐κινηματικών δράσεων αλλά και μέσω θεωρητικών επεξεργασιών, μπορεί σήμερα να δώσει οξυγόνο στην καλλιτεχνική παραγωγή. Πως; Επιτρέποντας να ανθίσει μια τέχνη αντίστασης που θα αμφισβητήσει τις σαθρές κυρίαρχες αξίες, θα ρίξει φως στις κοινωνικές σχέσεις, φανερώνοντάς τες ως εκμεταλλευτικές και θα επενεργήσει στις συνειδήσεις των εργαζομένων, ριζοσπαστικοποιώντας τες.

Είναι αυτή η σύνδεση, είναι η δράση στο πλευρό των άλλων εργαζομένων που μπορεί να παράξει μια ζωντανή τέχνη, ικανή να συμβάλλει αποτελεσματικά στην προσπάθεια του διαρκούς αγώνα για την ανατροπή του συστήματος της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο. Αξίζει συνεπώς να αναρωτηθούμε, μήπως οι απόπειρες των καλλιτεχνών να συμβάλλουν στο αντιφασιστικό και γενικότερα στα κοινωνικά κινήματα, υπονομεύτηκαν τόσα χρόνια από την εμπεδωμένη αντίληψη ότι αυτοί ξεχωρίζουν από το σύνολο, είναι μόνο φάροι για το σύνολο και όχι μέρος του.

Οι καλλιτέχνες παρα-έδωσαν έμφαση στη διάσταση του διανοούμενου που φέρουν και καθόλου σε αυτήν του εργαζόμενου που επίσης φέρουν. Οι καλλιτέχνες συνήθιζαν, εν γένει, να «τα λένε» από καθέδρας και ως ιεροκήρυκες. Δεν μηδενίζεται βέβαια η αξία τους σαν αρωγοί των κινημάτων, μάλλον όμως εδώ φαίνεται να αναπαράγεται μια σχέση εξουσίας που μπορεί να μπάζει την κυρίαρχη ιδεολογία από την πίσω πόρτα.

Οι καλλιτέχνες μπορούν σήμερα, να ζητήσουν από τους εαυτούς τους να συνειδητοποιήσουν τη θέση τους, μαζί με τους από κάτω και να γίνουν οι φωνή τους όχι μόνο επειδή το πιστεύουν αλλά και επειδή η κοινωνική θέση της πλειοψηφίας των καλλιτεχνών είναι η ίδια με τη θέση του μέρους εκείνου του κόσμου, το οποίο θέλουν να εκφράσουν. Και η τέχνη πρέπει, σ’ αυτούς τους καιρούς των αποφάσεων ν’ αποφασίσει. Μπορεί να κάνει τον εαυτό της όργανο μιας μικρής μερίδας ορισμένων που παίζουν τις θεότητες της μοίρας για τους πολλούς και που απαιτούν μια πίστη που πρέπει πρώτα’ απ’ όλα να είναι τυφλή, Ή μπορεί να σταθεί στο πλευρό των πολλών και να βάλει τη μοίρα τους στα δικά τους χέρια. 


Μπορεί να παραδώσει τον άνθρωπο στις συγχύσεις, τις αυταπάτες και τα θαύματα. Μπορεί όμως να παραδώσει τον κόσμο στον άνθρωπο. Μπορεί να μεγαλώσει την αμάθεια, μπορεί όμως αντιθέτως να μεγαλώσει τη γνώση. Μπορεί να κάνει έκκληση στις δυνάμεις που αποδεικνύουν τη δύναμη τους καταστρέφοντας, αλλά μπορεί να κάνει το ίδιο, στις δυνάμεις που αποδείχνουν τη δύναμη τους βοηθώντας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου