-->

Τρίτη, 30 Ιουνίου 2009

Αισθητική της Μουσικής- Από την περιχαράκωση στον αναλφαβητισμό.

Το κείμενο αυτό έχει γραφτεί με αφορμή τη συζήτηση για την ανεξάρτητη δισκογραφία στο φεστιβάλ αναιρέσεις 2009. Όταν μετά τις εισηγήσεις των προσκεκλημένων η συζήτηση άνοιξε και προς το ακροατήριο, ακούστηκαν πολύ ενδιαφέρουσες απόψεις. Οι προεκτάσεις αυτής της συζήτησης είναι πολύ μεγάλες και οι ρίζες των προβλημάτων που προσεγγίστηκαν βαθύτατες. 

του Νίκου Κ. Νικολούδια

Παρακάτω, θα γίνει μια προσωπική προσπάθεια να αναδειχθούν και να φωτιστούν σκοτεινές και μη πλευρές αυτών των προβλημάτων. Ένας καλλιτέχνης είναι σαν όλους τους άλλους ανθρώπους. Παρατηρεί την πραγματικότητα, γύρω του. Τη φύση, τον άνθρωπο, την κοινωνία, τη σχέση όλων αυτών μεταξύ τους. Αυτό που τον διαφοροποιεί από τους υπόλοιπους είναι η αυξημένη ευαισθησία του. Αυτή τον οδηγεί στην εμμονή της παρατήρησης των όσων συμβαίνουν ολόγυρά του. Τον διακρίνει η προσκόλληση στην κάθε λεπτομέρεια που τον εντυπωσιάζει. Πιθανόν να μην τον ενδιαφέρει η φύση ή η προέλευση ή ο καθορισμός της κατάστασης του αντικειμένου της παρατήρησής του, όπως ίσως θα ενδιέφερε έναν επιστήμονα. 

Τον ενδιαφέρει όμως να «φωτογραφήσει», να διαφυλάξει αυτή του την εντύπωση, και εν τέλει να την απαθανατίσει. Τελικά, αυτό που κάνει είναι να αναδιατυπώνει ένα μέρος της πραγματικότητας , με ορθό ή στρεβλό τρόπο, ενσωματώνοντάς το στο έργο του. Για να φτάσει όμως στη σύνθεση αυτού του έργου, για να περάσει από την αποτύπωση στην αναδιατύπωση μεσολαβεί το εγώ του, η υποκειμενικότητά του. Αυτό το υποκειμενικό φίλτρο, το εγώ, που είναι κοινωνικά και ιστορικά διαμορφωμένο είναι υπεύθυνο για τον αισθητικό μετασχηματισμό που υφίσταται το αντικείμενο της παρατήρησης. Μέσα από το μετασχηματισμό αυτό το αντικείμενο προσλαμβάνει ιδιότητες, νέες, υπαρκτές ή μη, στυλιζάρεται, λαμβάνοντας έτσι μια νέα μορφή, την αισθητική μορφή.

Αντιλαμβάνεται κανείς πόσο κρίσιμη είναι η επίδραση των ιστορικο-κοινωνικών καθορισμών του καλλιτεχνικού υποκειμένου, πόσο σημαντική είναι η επιρροή της ετερότητας, του Άλλου στη διαδικασία παραγωγής ενός καλλιτεχνικού έργου. Η διαδικασία αυτή επαναλαμβάνεται για κάθε τι που προσελκύει το λαίμαργο καλλιτεχνικό αισθητήριο. Με την πάροδο του χρόνου, με τη συνεχιζόμενη διαμόρφωση που υφίσταται από τον κοινωνικό του βίο κι από την εποχή στην οποία ζει, αλλά και μέσα από πολλαπλούς πειραματισμούς πάνω στην τεχνική του, ο καλλιτέχνης αρχίζει να υιοθετεί όλο και περισσότερους τρόπους στυλιζαρίσματος και όσο προχωρεί προς την ωριμότητα αυτοί κατασταλάζουν σε ολοένα και πιο συγκεκριμένους, σταθερούς τρόπους έκφρασης που του προσδίδουν ένα εξατομικευμένο αισθητικό ύφος και κατ’ επέκταση μια ταυτότητα που τον κάνει να ξεχωρίζει από τους άλλους. Ιδανικά, αυτή η ταυτότητα, στη διαρκώς δυναμική της ιδιοσύσταση, θα πρέπει να χαρακτηρίζει τον καλλιτέχνη.

Η προβολή των προαναφερθέντων συμπερασμάτων στον τομέα της μουσικής έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον, αν ληφθεί υπ’ όψιν η εμπορευματική της πτυχή. Στο τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα η πρόοδος της τεχνολογίας έδωσε τη δυνατότητα στους μουσικούς να ηχογραφούν τη μουσική τους .Τώρα, θα μπορούσε πλέον να αναπαράγεται, εκτός του ως τότε μοναδικού τρόπου απόδοσης των μουσικών έργων, τις ζωντανές εκτελέσεις, και μέσα από τους δίσκους. Η ηχογραφημένη εκτέλεση ενός μουσικού έργου δίνει στη μουσική μια διαφορετική διάσταση σε σχέση με τις πλαστικές τέχνες, σε ό,τι αφορά στην εμπορική εκμετάλλευση καθώς μπαίνοντας στον 20ό αιώνα ο μουσικός μπορούσε να αμειφθεί τόσο για τις υπηρεσίες του σαν εκτελεστής στα πλαίσια μιας ορχήστρας, όσο και σαν συνθέτης μέσα από την ζωντανή αλλά και τη δισκογραφική, πλέον, εκτέλεση των έργων του. Έτσι, από το 1889 έκαναν την εμφάνισή τους τα πρώτα στούντιο ηχογράφησης. Στη συνέχεια, δημιουργήθηκαν τα πρώτα εργοστάσια κοπής δίσκων ώστε η ηχογραφημένη μουσική μέσα από τη μαζική παραγωγή της να μπορεί να αποκτηθεί από οποιονδήποτε πολίτη. Την παραγωγή, κοπή και διανομή των δίσκων ανέλαβαν οι νεοσύστατες δισκογραφικές εταιρείες. Με την τεχνολογία να λύνει μεταξύ του 1925 και 1935 διάφορα προβλήματα, τόσο ηχογράφησης όσο και ακρόασης, έφτασε η στιγμή στο τέλος της δεκαετίας του ’30,που το νέο προϊόν πήρε τη θέση του στα σπίτια –και στις καρδιές- των πολιτών, μαζικά. 

Παράλληλα, ήδη από τον 18ο αιώνα, στον τύπο είχε αρχίσει να καλλιεργείται και να αναπτύσσεται η κριτική των καλλιτεχνικών έργων, της οποίας το αντικείμενο επεκτάθηκε πέρα της λογοτεχνίας και των μουσικών και θεατρικών παραστάσεων και στη νεοφερμένη μουσική δισκογραφία. Το εμπόριο της ηχογραφημένης μουσικής εκτόξευσε σε δυσθεώρητα ύψη τις δισκογραφικές εταιρείες οι οποίες συνάντησαν τον τύπο που από τη δεκαετία του ’50, διαφοροποιούμενος πλέον, δημιούργησε εξειδικευμένα, ανεξάρτητα πλέον έντυπα που δημοσίευαν αποκλειστικά άρθρα και δισκοκριτικές σχετικά με τις νέες κυκλοφορίες όπως επίσης και συναυλιακά νέα. Σε όλα αυτά ήρθαν να προστεθoύν και τα γιγαντωμένα μέσα ενημέρωσης, το ραδιόφωνο-στην αρχή- και η τηλεόραση -στη συνέχεια- σχηματίζοντας το πανίσχυρο πλέγμα της μουσικής βιομηχανίας. Η σιγή των πολεμικών σειρήνων έδωσε ώθηση στη μουσική βιομηχανία αφού η μεταπολεμική νεολαία των ανεπτυγμένων χωρών είχε περίσσεια ελεύθερου χρόνου δεδομένου ότι δεν ήταν προσηλωμένη στις διαδικασίες του χρονοβόρου μόχθου της επιβίωσης, όπως πριν λίγες δεκαετίες, κι έτσι υπήρχε η ευκαιρία ενασχόλησης –και- με τη μουσική. 

Όσο προχωρά η ανοικοδόμηση των εμπόλεμων χωρών και βελτιώνονται οι συνθήκες ζωής τόσο περισσότεροι καλλιτέχνες ξεπηδούν από παντού ακολουθώντας τις ήδη υπάρχουσες ή δημιουργώντας ολοένα και πιο πολλές νέες αισθητικές τάσεις, νέα αισθητικά ρεύματα και φυσικά όχι μόνο στη μουσική. Καλλιτέχνες που, για να μπορέσουν να εκδώσουν το έργο τους, έρχονταν σε επαφή με τη μουσική βιομηχανία. Οι δισκογραφικές εταιρείες, μπροστά σε όλη αυτή την αυξανόμενη γκάμα των υφολογικών διαφοροποιήσεων και σε συνεργασία με το μουσικό τύπο αρχίζουν την κατηγοριοποίηση όλων αυτών των τάσεων ώστε να μπορέσουν να τυποποίησουν τα προϊόντα τους με σκοπό να μπορεί ο πελάτης-καταναλωτής να ξέρει τι να επιλέξει μέσα από την τεράστια πια παραγωγή της δισκογραφίας. Στο μεταξύ, τα φαινόμενα λατρείας που παρατηρούνταν σε συναυλίες κάποιων καλλιτεχνών ή συγκροτημάτων έδωσαν τροφή για σκέψη στους διευθυντικούς παράγοντες των δισκογραφικών, οι οποίοι έβλεπαν μέσα από τη λατρεία αυτή τις προοπτικές εξάπλωσης και συνένωσης της μουσικής παραγωγής με τις άλλες μορφές βιομηχανίας και εν γένει της αγοράς. 

Έβλεπαν ότι το μοντέλο του επιτυχημένου καλλιτέχνη θα μπορούσε να προεκταθεί σε κάθε πτυχή της ζωής του και να προβληθεί ,στη συνέχεια, στις ζωές των «απλών» ανθρώπων και τελικά στο σύνολο της καταναλωτικής σφαίρας. Με άλλα λόγια έβλεπαν τη στυλιστική εξατομίκευση του καλλιτέχνη, συνδυαζόμενη με τη δημόσια προβολή της προσωπικής του ζωής να μετατρέπεται σε καταναλωτική εξατομίκευση του «δέκτη- αγοραστή». Εν τέλει, σκοπός τους έγινε η πραγμοποίηση του καλλιτέχνη και η προσωποποίηση του καλλιτεχνικού έργου που θα έφερνε την -υστερικά- μαζική του κατανάλωση. Το μόνο που χρειαζόταν ήταν να οργανωθούν οι σχέσεις μεταξύ των διαφορετικών τομέων που στρέφονταν γύρω από τη μουσική παραγωγή και να εκμεταλλευτούν φυσικά την έκρηξη της παγκοσμιοποιημένης αγοράς και την εκμηδένιση των αποστάσεων που θα γνωστοποιούσε μ’ ευκολία τα προϊόντα τους σε κάθε, πεινασμένη για όνειρο, γωνιά του πλανήτη. Το star system είχε γεννηθεί. Αποστολή του η εξάπλωση της νεοφερμένης Λερναίας Ύδρας του μεταμοντέρνου πολιτισμού. Της ποπ κουλτούρας. Μιας νέας «θρησκείας» που συναγωνίζεται σε επίδραση –  ίσως και να την έχει ήδη ενσωματώσει- και τη θρησκεία του Ιησού του Ναζωραίου…

Η μεθοδολογία του star system είναι απλή. Εκεί όπου υπάρχει μια καλλιτεχνική προσωπικότητα που να δίνει προοπτική για επιτυχία με το έργο, ή με την ιδιοσυγκρασία του απλά, έρχεται το σύστημα και μετατρέπει αυτή την πιθανή προοπτική σε βεβαιότητα. Τίποτε δεν αφήνεται στην τύχη. Μαζί με τη δουλειά του καλλιτέχνη προβάλλεται και ολόκληρη η προσωπική του ζωή. Τις περισσότερες φορές όλος ο τρόπος ζωής του οικοδομείται ή ανασυντίθεται από την αρχή από το σύστημα και εξωραΐζεται. Με τη βοήθεια των ειδικών της εμφάνισης, της εικόνας  και της επικοινωνίας, ανακατασκευάζεται το σύνολο της προσωπικότητας του καλλιτέχνη. Τονίζονται τα δυνατά σημεία του και υποστυλώνονται τα αδύνατα, ώστε να φαίνεται ικανός για τη δύσκολη αυτή δουλειά της συνεχούς παρουσίας στη δημόσια σφαίρα. Παράλληλα, προβάλλονται με επιμέλεια κάποιες αδυναμίες του έτσι ώστε να μπορεί ν’ ανοίξει η πόρτα της ταύτισης του «κοινού θνητού», με τον «ξεχωριστά εύθραυστο, ντελικάτο, ευαίσθητο» καλλιτέχνη. Με αυτή τη διμέτωπη επίθεση ο «απλός» άνθρωπος πιστεύει, λατρεύει, αποθεώνει και ταυτόχρονα απογοητεύεται, προσγειώνεται, υποτάσσεται. Το πιο σημαντικό είναι ότι ελπίζει. Ελπίζει ότι κάποτε η τύχη θα του χαμογελάσει και ίσως κι εκείνος ή τα παιδιά του βρεθούν σ’ αυτή την πλεονεκτική θέση. Κι ως εκείνη τη στιγμή; Κατά τη διάρκεια της αποθεωτικής, λατρευτικής έκστασής του καταναλώνει με ενθουσιασμό όποιο «κομμάτι» του αγαπημένου του καλλιτέχνη πωλείται. Μένοντας δε μετά μόνος του και κοιτώντας την έντεχνα στυλιζαρισμένη εικόνα του καλλιτέχνη διαπιστώνει «πόση απόσταση τους χωρίζει», επιστρέφοντας έτσι στην θέση υποταγής του μέσα στο σύστημα…

Ο καλλιτέχνης, από την πλευρά του, δε βγαίνει αλώβητος από τη σχέση του με τη μουσική βιομηχανία. Το τίμημα της έκδοσης του υλικού του είναι συνήθως υψηλό. Η εικόνα του «ισχυρού» που λαμβάνει το κοινό δεν ανταποκρίνεται πλήρως στην πραγματικότητα. Ενώ καταθέτει την εξατομικευμένη αισθητική του άποψη μέσα στο έργο του, αυτή αμβλύνεται, αποστρογγυλεύεται ώστε να ταιριάζει το δυνατόν περισσότερο με κάποια από τις προκαθορισμένες κατηγορίες αισθητικών τάσεων που έχει επιβάλλει η μουσική βιομηχανία. Ακολουθούνται τα κλισέ και υιοθετείται το lifestyle που προβλέπεται κατά περίπτωση. Στη μάχη για να επιτευχθεί αυτός ο στόχος ρίχνονται οι παραγωγοί, καταξιωμένοι, κοινά αναγνωρισμένοι παράγοντες, εξέχουσες προσωπικότητες του χώρου, βετεράνοι μουσικοί οι ίδιοι πολλές φορές. Αυτοί επιστρατεύονται από τη δισκογραφία για να διαχειρίζονται τη σχέση εταιρείας-καλλιτέχνη και γενικά για να ελέγχουν την διαδικασία της δημιουργίας και αποτύπωσης του καλλιτεχνικού έργου για λογαριασμό της εταιρείας. Μιλούν την ίδια γλώσσα με τον καλλιτέχνη και η νοοτροπία τους βρίσκεται μακριά από την οικονομίστικη, υπερορθολογική αντίστοιχη των τεχνοκρατών των δισκογραφικών. Στο πρόσωπο του παραγωγού ο καλλιτέχνης βλέπει έναν οικείο συνομιλητή. 

Έτσι, μπορεί να πειστεί ευκολότερα για τις όποιες αντιρρήσεις του και εν γένει να καμφθεί η όποια εμφανιζόμενη παρέκκλιση. Στις ελάχιστες εξαιρέσεις που η γραφή του καλλιτέχνη είναι ιδιαίτερα προοδευτική ή η δισκογραφική εταιρεία προωθεί περισσότερο εναλλακτικά ή και πειραματικά προϊόντα ο καλλιτέχνης δεσμεύεται στο συγκεκριμένο στυλιστικό ιδίωμα, εσαεί. Ο καλλιτέχνης, ενταγμένος στο ένα ή στο άλλο «μουσικό είδος», ακολουθεί την πεπατημένη. Δημιουργεί, παίζει, ντύνεται, εμφανίζεται, φωτογραφίζεται, συμπεριφέρεται, μιλάει, ζει όπως απαιτείται από το μουσικό είδος που «υπηρετεί». Ακόμη και ο ιδιωτικός του βίος δηλητηριάζεται. Ο δογματισμός με τον οποίο υπηρετεί τη δουλειά του δημιουργεί φανατικούς οπαδούς γύρω του. Οι οπαδοί αυτοί όμως ακολουθούν κατά τον ίδιο τρόπο όλους εκείνους τους καλλιτέχνες που φέρουν την ίδια σφραγίδα, που μιλούν την ίδια γλώσσα. Η κωδικοποίηση τούτη είναι το κλειδί που ανοίγει την πόρτα στο φαινόμενο της περιχαράκωσης μεταξύ των αισθητικών στυλ και ταυτόχρονα στην εξάπλωση του, αισθητικού στην αρχή, δογματισμού σε όλες τις πτυχές της κατανάλωσης και εν συνεχεία και σε εκφάνσεις του και σε άλλους τομείς της καθημερινότητας στις σύγχρονες κοινωνίες. Με τη βοήθεια της μουσικής βιομηχανίας η ατομική, προσωπική αισθητική διαφοροποίηση του καλλιτέχνη διογκώνεται υπέρμετρα προσλαμβάνοντας μια στρεβλή μορφή και μετασχηματίζεται στα μάτια του κόσμου σε στυλιστική αποστασιοποίηση από τους υπόλοιπους καλλιτέχνες με όρους πολεμικής απόχρωσης. Το φαινόμενο αυτό αφ’ ενός το δημιουργεί, αφ’ ετέρου το εκμεταλλεύεται το σύστημα. Δισκογραφικές εταιρείες και media προσαρμόζουν την πολιτική τους δημιουργώντας target groups καταναλωτών στα οποία προσανατολίζουν τα προϊόντα τους. Για να διατηρήσουν το πελατολόγιο τους δε, ενθαρρύνουν, εντείνουν και πριμοδοτούν την ύπαρξη περιχαρακώσεων εκεί όπου αυτές παρουσιάζουν σημάδια υποχώρησης.

Υπό μια στενή έννοια, η περιχαράκωση αυτή προσδίδει στα άτομα κάθε ομάδας, κάθε συνόλου, ένα είδος ταυτότητας. Το σύνολο δηλαδή των συνηθειών, που διαμορφώνονται μέσα από τις καταναλωτικές προτιμήσεις συγκροτούν έναν «τρόπο ζωής» που δήθεν διαφοροποιεί τις ομάδες ανθρώπων. Μέσα από τη διαδικασία αυτή τα άτομα μιας ομάδας πέφτουν στην παγίδα μιας αλλοιωμένης συνείδησης της θέσης τους στην κοινωνία. Νιώθουν διαφορετικά, ανώτερα, ξεχωριστά. Μάλιστα, σε κάποιες περιπτώσεις περιθωριοποιούνται. Η «ανωτερότητά» τους γίνεται το ισοδύναμο της ασημαντότητάς τους αφού δεν λαμβάνονται υπ’ όψιν κανενός, εκτός από τους, εξ’ ίσου αδιάφορους, ομοϊδεάτες τους. Και σαν να μη φτάνει αυτό πείθονται για την ανεπάρκειά τους και βουλιάζουν ακόμη περισσότερο στην ανυποληψία. Συνεχίζουν να νιώθουν διαφορετικοί αλλά ταυτόχρονα μέμφονται τον εαυτό τους για την τοποθέτησή τους στο περιθώριο. Και αυτή η αυτομομφή τους οδηγεί και στην αυτοανυποληψία. Η επίπλαστη ταυτότητα αυτού του είδους γίνεται ιδιαίτερα επικίνδυνη. Όλα τα παραπάνω είναι επίσης «συμπτώματα» των ξεχωριστά ευαίσθητων ηλικιακά ατόμων, των εφήβων που αποτελούν το συνηθέστερο θύμα της ποπ αισθητικής. Ο παιδικός ενθουσιασμός, μετατρέπει την πιο απλή προτίμηση σε αγάπη και τελικά σε πάθος. Ο έφηβος στην προσπάθεια ν’ αποκτήσει προσωπική φωνή που ν’ αναγνωρίζεται και να γίνεται σεβαστή οχυρώνεται πίσω από τις παθιασμένες προτιμήσεις του τις οποίες υποστηρίζει με φανατισμό και περιχαρακώνεται. Η έλευση της ενηλικίωσης και της ωρίμανσης ρυθμίζει την ένταση του εφηβικού ενθουσιασμού και περιορίζει την απομονωτική τάση. Το, γεμάτο περιχαρακώσεις, παρελθόν του εφήβου, υγιώς απωθημένο πια, αφήνει πίσω του κληροδοτήματα ευεργετικά για τη διαμόρφωση της φυσιογνωμίας του, ως ενήλικα. Γενικά, στις περιπτώσεις ισορροπημένων ανθρώπων που είναι και οι περισσότερες, οι περιχαρακώσεις οι προερχόμενες από τα διάφορα μουσικά είδη και το lifestyle που αυτά προϋποθέτουν δεν έχουν τόσο εκτεταμένη διεισδυτικότητα. Αντίθετα, η άμβλυνσή τους, όπως θα φανεί πιο κάτω, έχει δυσάρεστες συνέπειες στη γενικότερη διαμόρφωση της συνείδησης…

Φυσικά, το φαινόμενο της περιχαράκωσης δεν εμφανίζεται μόνο στον τομέα που παρουσιάστηκε. Η ιδεολογία, η θρησκεία, η πολιτική, οι έννοιες της φυλής και του έθνους, ο ομαδικός επαγγελματικός αθλητισμός, είναι πεδία όπου κύρια συναντάται. Ωστόσο, κατά τη διετία 1989-1991, δύο κορυφαία ιστορικά γεγονότα σήμαναν το τέλος για πολλές από αυτές. Το πρώτο,το 1989, ήταν η πτώση του τείχους που επί τέσσερις δεκαετίες περίπου ορθωνόταν καταπιεστικά ανάμεσα στους χωρισμένους Βερολινέζους, το απόλυτο σύμβολο περιχαράκωσης, που κατέπεσε πανηγυρικά. Δυο χρόνια μετά, ήρθε η διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης ως σχηματισμού που προσπάθησε να υποστηρίξει και να υλοποιήσει τη σοσιαλιστική ουτοπία. Αυτά τα δύο ιστορικά γεγονότα, αποτελώντας το Big Bang της σύγχρονης Ιστορίας, κατέστησαν στις ανθρώπινες συνειδήσεις παγκοσμίως ότι έφτασε το τέλος της. Ότι λύθηκαν όλες οι ιδεολογικές και πολιτικές διενέξεις. Και ότι κάθε πίστη σε κάτι το διαφορετικό είναι ανώφελη. Έτσι, άρχισαν να αμβλύνονται όλες οι ,ως τότε, ιδεολογικο –πολιτικο -κοινωνικές περιχαρακώσεις. Με την πάροδο των ετών, αυτού του τύπου η άμβλυνση άρχισε να βαθαίνει και να στρεβλώνει ακόμη περισσότερο τις ανθρώπινες συνειδήσεις. Και το έκανε σε τέτοιο βαθμό ώστε εκτός από τις κάθε είδους περιχαρακώσεις άρχισαν να αμβλύνονται γενικότερα τα όρια ανάμεσα σε ιστορικά κατακτημένες κατηγοριοποιήσεις του ανθρώπινου πολιτισμού. Αποτέλεσμα ήταν να φτάσουμε στην ισοπέδωση κάθε αξιακής διαφοροποίησης στους τομείς της ηθικής, της ιδεολογίας, της πολιτικής, της τέχνης. Στο οικονομικό παιχνίδι, με την πτώση των κάθε είδους τειχών νέες προοπτικές φάνηκαν, νέες χρυσοφόρες πορείες στοχοποιήθηκαν. Στον τομέα της τέχνης, η κατάρρευση των περιχαρακώσεων μετατράπηκε σε καταφανή στυλιστική αποοριοθέτηση. 

Η ολοκληρωτική ομογενοποίησή της και η κατάργηση του εξατομικευμένου στυλ και η σύνδεσή τους με τις καταναλωτικές συνήθειες του κοινού υπό τους νέους αυτούς όρους, δημιούργησαν μια νέα διάσταση. Άνοιγε πια ο δρόμος για μια καθολικοποίηση της κατανάλωσης μιας τέχνης μονοδιάστατης, προορισμένης για άτομα απορροφημένα στη μάζα, αποϋποκειμενοποιημένα. Στυλιστικός πολτός για πολτοποιημένα γούστα... Ο πελάτης, απαλλαγμένος από ενδοιασμούς που φανέρωναν προσκόλληση στο παρωχημένο παρελθόν, μπορούσε ν’ απλώσει το χέρι του και να χρεώσει την πιστωτική του κάρτα απενοχοποιημένα…

Ο βαθμός ισοπέδωσης είναι πλέον τέτοιος που έχουν ξεθωριάσει τα όρια ανάμεσα στις στοιχειωδέστερες έννοιες. Ως κρισιμότατο παράδειγμα ας ληφθεί, η γνώση. Η γνώση πλέον εξισώνεται με την ημιμάθεια. Η μόνη γνώση που αναγνωρίζεται είναι αυτή που απαιτεί η εξειδικευμένη εργασία του καθενός. Κάθε γνωστική κατάκτηση σε οποιοδήποτε τομέα εκτός της εξειδικευμένης εργασίας απαξιώνεται. Η παρουσίασή της ισοδυναμεί με αλαζονεία και θεωρείται επιτηδευμένη επίδειξη γνώσεων. Η συσσώρευση γνώσης θεωρείται δείγμα ελιτισμού. Η όποια προσπάθεια για γνώση σε διαφορετικούς τομείς αποθαρρύνεται. Συνεπώς, με μόνο όπλο την μονόπλευρη, περιχαρακωμένη γνώση της ατομικής εξειδίκευσης, ο σημερινός άνθρωπος χαρακτηρίζεται από κριτικό έλλειμμα. Η φτωχική κριτική του ικανότητα γίνεται αρωγός της ημιμάθειας και κατά συνέπεια της μετριότητας. Το ανύπαρκτο κριτικό πνεύμα επιτρέπει την αναρρίχηση ατόμων με γνωστική ανεπάρκεια σε σημαντικούς τομείς δίνοντάς τους θέσεις κι αξιώματα τέτοια που να χειραγωγούν την κοινή γνώμη και να δηλητηριάζουν την κοινή συνείδηση. Έτσι, εξασφαλίζεται η διαιώνιση της κυριαρχίας της πνευματικής πενίας. Αποτέλεσμα, μια κοινωνία στασιμότητας, μια κοινωνία στειρότητας, μια κοινωνία επαναληπτικής μονοτονίας.

Η μουσική βιομηχανία έχει πρωτεύοντα ρόλο στη διαδικασία αυτή. Πρώτα κατήργησε τα τείχη που εκείνη έστησε. Μετά έσβησε και τα παραμικρά όρια. Τώρα θεσπίζει δεσμά. Στα πλαίσια αυτά λειτουργεί με γνώμονα τη συντηρητικότητα. Προσπαθεί να εξαλείψει κάθε τάση διαφορετικότητας. Η όποια αντίθετη στάση σ’ αυτή την κατεύθυνση καταπνίγεται. Ο όποιος ανατρεπτικός, «απείθαρχος» καλλιτέχνης έχει δύο επιλογές. Στην πρώτη συνεργάζεται και δέχεται να «τροποποιήσει» το έργο του και να το προσαρμόσει στις «απαιτήσεις του κοινού». Για να επιτευχθεί αυτό ευκολότερα, το σύστημα κολακεύει τον καλλιτέχνη για το –δήθεν- υψηλό επίπεδο της τέχνης του και τον πείθει να «εξομαλύνει» τη δουλειά του για να γίνει πιο κατανοητή και αμεσότερη αφού παρά τις προσπάθειες που καταβάλλονται το κοινό δεν ανταποκρίνεται, δεδομένου ότι απαρτίζεται από απαίδευτους κρεττίνους. Στη δεύτερη περίπτωση ανήκει ο καλλιτέχνης που δεν υποκύπτει, δε συνεργάζεται και μοιραία εξωθείται σε αφανισμό αφού η δουλειά του προωθείται ανεπαρκώς κι έτσι δε γίνεται παρά αμελητέα γνωστή. Μοιραία, μέσα σ’ αυτές τις συνθήκες, αλλοτριώνεται πλήρως. Από τη δογματικότητα της εποχής των περιχαρακώσεων ολισθαίνει ακόμη περισσότερο σε δημιουργία έργων απόλυτα συμβατών με τους επιβαλλόμενους όρους ομοιομορφοποίησης. Αντιλαμβανόμενος ότι το περιεχόμενο της δουλειάς του δεν είναι στο κέντρο του ενδιαφέροντος αλλά ότι το εμπόρευμα είναι ο ίδιος, συρρικνώνεται εκφραστικά, υποτάσσεται και με κυνισμό δημιουργεί απλά για να παρατείνει την ημερομηνία λήξης του. Η πραγμοποίησή του είναι καθολική. Η, έστω και περιορισμένη, έκφρασή του προϋποθέτει την αυτοφυλάκισή του, το παιχνίδι μέσα στην αυστηρά οριοθετημένη αρένα του «Truman Show». Η ελευθερία του, η ζωή έξω από τα συστημικά δεσμά, ισοδυναμεί με φίμωση, αυτοευνουχισμό...

Μια άλλη συντηρητική πτυχή του συστήματος για την οποία μεριμνά είναι οι παραπομπές στο παρελθόν. Ο,τιδήποτε θυμίζει ή δανείζεται στοιχεία από παλιές επιτυχίες είναι προτιμητέο. Ακόμη καλύτερα μάλιστα όταν πρόκειται για διασκευές αυτούσιων παλιών έργων, αφού εκεί η συνταγή είναι δοκιμασμένη άρα και η επιτυχία δεδομένη. Φυσικά, η όποια διασκευή «φοράει» εντελώς καινούριο, ανανεωμένο «ένδυμα» τέτοιο που να αρμόζει στις αισθητικές επιταγές της σύγχρονης μόδας. Γενικότερα, ο όποιος άνεμος -επιφανειακής-αλλαγής πνέει προς την κατεύθυνση της μορφής. Εκεί είναι ο τομέας που δίνεται έμφαση με το περιεχόμενο να αυτοαναπαράγεται μονίμως, να μένει ακίνητο, μονότονα απαράλλαχτο και μ’ αυτό τον τρόπο να αποτελεί εγγυητή για νέες, οικονομικές επιτυχίες. Συνοπτικά, οι κυρίαρχες μορφές τέχνης της μεταμοντέρνας εποχής δεν είναι κάτι άλλο παρά στυλιζαρισμένος μηρυκασμός.

Αν το ενδιαφέρον εστιαστεί στη μουσική θα βρεθεί ικανός αριθμός παραδειγμάτων που πείθουν γι’ αυτά τα συμπεράσματα. Στα μέσα της δεκαετίας του ’90 όπου υπήρχε η αρχική έκρηξη αυτής της τάσης ακούσαμε πολλά και διάφορα. Ακούσαμε τον ηλεκτρονικό ήχο, που δικαίως έχει μια αυτάρκη παρουσία στην εποχή μας, να εισβάλλει άκριτα με κακόγουστο τρόπο σε οποιοδήποτε άλλο μουσικό είδος. Επιστρατεύοντας την, παλιά από τη δεκαετία του ’70,τόσο δημιουργική κατά τα άλλα, τεχνική με «λούπες»-οι οποίες γίνονταν με κόπο μέσα από τις μπομπίνες ηχογράφησης- και με τη βοήθεια των υπολογιστών πια, οι μουσικοί –που δεν είναι και τόσο απαραίτητο να είναι τέτοιοι- κατασκευάζουν άτεχνα «κολλάζ». Στη βάση κάποιου «μουσικού χαλιού» επικολλούν samples από ο,τιδήποτε «ηχεί καλά στο αυτί» τοποθετημένα σε τονικότητες σε αδρή αντίστιξη μεταξύ τους, δείγμα της επικρατούσας ελλιπούς αισθητικής παιδείας. Ακούσαμε κλασσικές ορχήστρες να επενδύουν ενορχηστρωτικά επιτυχίες κάθε είδους καλλιτέχνη και συγκροτήματος με συνέπεια το εν λόγω «πάντρεμα» να γίνει μόδα. Ακούσαμε παραδοσιακές μουσικές ντοπιολαλιές να αναμιγνύονται σε κάθε πιθανό συνδυασμό υπό την έπαρση της σημαίας της νεοεμφανιζόμενης κατηγορίας της ethnic μουσικής. Ακούσαμε λαρυγγισμούς από μογγολικά παραδοσιακά τραγούδια να προκαλούν φρενίτιδα ενθουσιασμού παγκοσμίως. Κι όλη αυτή η έκρηξη κακογουστιάς τη στιγμή που η παγκοσμιοποιημένη υφήλιος με τις μετακινήσεις μεταναστών έχει μετατραπεί σε ένα απέραντο χωνευτήρι τάσεων και ιδεών με τόσο πολλά σταυροδρόμια, τόσο πολλά υποσχόμενο που δημιουργεί προσδοκίες για πραγματικά αστείρευτες καλλιτεχνικές συναντήσεις με προοδευτική κατεύθυνση... 

Στην Ελλάδα, την ίδια εποχή, το τέλος των περιχαρακώσεων πραγματοποιήθηκε με το big deal, τη στρατηγική συμμαχία μεταξύ «ποιοτικού» και «εμπορικού» -ελληνόφωνου- τραγουδιού. Ως τότε, οι «ποιοτικοί» καλλιτέχνες συνήθιζαν να χλευάζουν τη δουλειά των «εμπορικών» σε κάθε ευκαιρία που τους δινόταν, ενώ οι «εμπορικοί» προσπερνούσαν συγκαταβατικά την σύγκρουση με το αντίπαλο στρατόπεδο την ίδια στιγμή που, με τις ευλογίες των εταιρειών, σάρωναν στις πωλήσεις δίσκων. Τότε λοιπόν διαπιστώθηκε από τις εταιρείες ότι τέτοιες ανούσιες, εφηβικού τύπου κόντρες είναι κενές νοήματος και κυρίως ασύμφορες οικονομικά. Έτσι, με προσοχή καλλιέργησαν ένα κλίμα συναίνεσης μεταξύ των δύο πλευρών –δυο πλευρές που τεχνηέντως είχαν δημιουργηθεί και εν συνεχεία περιχαρακωθεί-, μέσα από δισκογραφικές και συναυλιακές συνεργασίες που παρουσιάστηκε ως σύμπλευση για την πρόοδο του ελληνικού τραγουδιού ενώ στην πραγματικότητα επρόκειτο για «ένωση πελατειών».

Όλα τα παραπάνω παραδείγματα φανερώνουν τον τρόπο λειτουργίας της μουσικής βιομηχανίας στην προσπάθειά της να ομογενοποιήσει τα μουσικά στυλ και να ενοποιήσει τα διαφορετικά πελατολόγια ώστε όλοι να αγοράζουν όλα αφού όλα θα μοιάζουν μεταξύ τους. Μια προσεκτικότερη ανάγνωση δείχνει ότι αυτή η ομογενοποίηση πραγματοποιείται με λεπτότητα. Με το περιεχόμενο το ίδιο, όπως προαναφέρθηκε, με ελάχιστες μορφικές διαφοροποιήσεις αλλά με συχνές έντονες αλλαγές της εικόνας του καλλιτέχνη-πολλές φορές σαρωτικές- τα μουσικά είδη δίνουν την εντύπωση της ύπαρξης εξειδίκευσης. Δίνουν την εντύπωση ότι το καθένα απ’ αυτά απευθύνεται σε διαφορετικό κοινό. Μ’ αυτόν τον τρόπο δημιουργείται η ψευδαίσθηση της διατήρησης της προσωπικότητας του καταναλωτή, ο οποίος κολακεύεται και ικανοποιημένος συναινεί – με τις αγορές του- στην συνέχιση αυτής του της αυταπάτης. Ακόμη κι εκείνο που θεωρείται εναλλακτικό ή ακόμη και αντισυμβατικό απλά βρίσκεται στην άλλη πλευρά του νομίσματος. Η μουσική βιομηχανία με τα δεσμά που θέτει πετυχαίνει την αέναη διεύρυνση, τον συνεχή εμπλουτισμό και τη διαρκή εκλέπτυνση της ποπ κουλτούρας με την απορρόφηση, την αφομοίωση και την ενσωμάτωση κάθε διαφορετικότητας που καθίσταται οργανικό κομμάτι στη λειτουργία προς το συμφέρον της. Επιπλέον, το σύστημα αφουγκραζόμενο τις τάσεις της κοινωνίας φροντίζει να τις αντανακλά στα προϊόντα του. 

Το στυλ διατηρεί τη μονοτονία του αλλάζοντας όμως τη χροιά, την ποιότητά της. Το βάρος πέφτει κάθε φορά και σε ένα διαφορετικό μουσικό ιδίωμα πραγματοποιώντας κύκλους και δημιουργώντας μόδα. Έτσι, η μουσική βιομηχανία δε χάνει την επαφή και συμβαδίζει με τους άλλους «αδελφούς» τομείς του κινηματογράφου, της τηλεόρασης και της υψηλής ραπτικής στην κοινή προσπάθεια δημιουργίας νέων προτύπων χαρακτήρων, νέων προτύπων ζωής, νέων προτύπων κατανάλωσης.

Στις μέρες μας ακούγεται πολλή μουσική. Σε κάθε σπίτι, εργασιακό χώρο, στα μέσα μεταφοράς. Ακόμη και οι πεζοί, στους δρόμους, χρησιμοποιούν ακουστικά και ακούν μουσική όλη τη μέρα, ει δυνατόν. Η χρήση των υπολογιστών έφερε την επανάσταση σ’ αυτό τον τομέα. Ο καθένας μπορεί να «κατεβάσει» τα επιθυμητά μουσικά κομμάτια, να τα αποθηκεύσει και να τα ακούει όποτε, όσο, και κυρίως, όπου θέλει. Πόσο φιλόμουσος έγινε ο άνθρωπος του 21ου αιώνα! Αν κάποιος διαβάσει τη λίστα κομματιών σε ένα οποιοδήποτε iPod θα οδηγηθεί στα συμπεράσματα της προηγούμενης παραγράφου. Αυτό που  διαπιστώνει είναι μια σούπα από κάθε λογής τραγούδια στριμωγμένα το ένα πίσω από το άλλο, έτοιμα για κατανάλωση. Μια εικόνα που τίποτε δεν έχει να ζηλέψει από τα στοιβαγμένα κοτόπουλα που εκτρέφονται στις εγκαταστάσεις της KFC και που προορίζονται για το πιάτο μας. Το να βρεθεί μια τέτοια mp3 λίστα σε ένα iPod θα ήταν επιθυμητό αν τα μουσικά αυτά κομμάτια είχαν τοποθετηθεί συνειδητά μέσα σ’ αυτό. Αντίθετα όμως τα κριτήρια τοποθέτησής τους κάθε άλλο παρά αισθητικώς συνειδητά είναι. Τα κριτήρια είναι η επιτυχία και η μόδα. Πρόκειται για κομμάτια-ή τραγούδια συνηθέστερα- που από αλλού ξεκίνησαν κι αλλού κατέληξαν. 

Πρόκειται για κομμάτια που γράφτηκαν από συγκεκριμένους καλλιτέχνες, με συγκεκριμένες επιρροές, με συγκεκριμένη μουσική κατεύθυνση, ίσως και για συγκεκριμένο σκοπό. Όλα αυτά όμως ξεπερνιώνται. Η «υπέρβαση» έχει ήδη γίνει. Όλα αυτά τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά που χρωματίζουν ένα καλλιτεχνικό έργο και που συνηθιζόταν να το συνοδεύουν πάντα στην κόντρα του με το χρόνο και τη λήθη, όλα αυτά αφαιρούνται, διαγράφονται λόγω του σύγχρονου ταχύτατου ρυθμού που ο άνθρωπος έχει επιβάλλει στον εαυτό του ο οποίος θεωρεί «ντεμοντέ» το να στέκεται κανείς σε τέτοια, αναχρονιστικά στοιχεία. Μοιραία κατάληξη είναι αυτά τα μουσικά μίγματα που βομβαρδίζουν καθημερινά τα ανθρώπινα αυτιά καταστρέφοντας το όποιο καλλιεργήσιμο έδαφος της ανθρώπινης αισθητικής.

Άλλος ένας παράγοντας που λειτουργεί καταλυτικά στη στυλιστική ισοπέδωση είναι η ιστορική διαμόρφωση της ανθρώπινης μνήμης και πιο συγκεκριμένα ο τρόπος με τον οποίο ένα οποιοδήποτε καλλιτεχνικό έργο εντυπώνεται σ’ αυτή. Σε όλη τη διάρκεια των τελευταίων 4-5 δεκαετιών η βιομηχανία της τέχνης έχει μεριμνήσει ώστε το έργο τέχνης να εγκαθίσταται στη μνήμη μας ακρωτηριασμένο. Να μας μένει μια γεύση του. Η πιο εντυπωσιακή. Να μας μένει μια πλευρά του. Η πιο επιτυχημένη. Η πιο "αξιο"μνημόνευτη. Και όχι να καταγράφεται στην ολότητά του, στην πλήρη του συγκρότηση και εσωτερική συνοχή. Με τον ίδιο τρόπο μένουν στη μνήμη και οι καλλιτεχνικές προσωπικότητες. Από την πιο δυνατή, την διεισδυτικότερη, εκφραστικά, στιγμή τους. Οι υπόλοιπες, περισσότερο χαμηλόφωνες, διαγράφονται. Κατά συνέπεια, φτάνουμε σε μια ισοπεδωτική συνολικοποίηση των καλλιτεχνών και των έργων τους σε μια υπερ-λίστα που τις πρώτες θέσεις της καταλαμβάνουν οι υπερ-επιτυχίες τόσο σε επίπεδο προσώπου όσο και σε έργου. Ο νόμος του ισχυροτέρου σε πλήρη εφαρμογή. Έτσι έχει εκπαιδευθεί να λειτουργεί συνολικά η μνήμη του ανθρώπου. Αποσπασματικά. Μονοδιάστατα. Κατ’ αυτόν τον τρόπο ένα μουσικό sample, ασυνείδητα τοποθετημένο, πεταμένο σε κάποιο κομμάτι, αρκεί για να γίνει το παράθυρο μιας φευγαλέας, κατά το δυνατόν συντομότερης, επιστροφής στις αναμνήσεις . Ευαισθητοποιεί, ανακαλεί αυτές τις δυνατές, καλά εγγεγραμμένες μνημονικές καταγραφές και δημιουργεί στο άτομο την ψευδή αίσθηση επιβεβαίωσης μιας πολύπλευρης καλλιτεχνικής γνώσης που γεννά την ακόμη ψευδέστερη αισθητική πλήρωση. 

Κι όλα αυτά είναι αποτελέσματα της παντοδυναμίας του star system. Γι’ αυτό, μετράει μόνον η επιτυχία. Τα προϊόντα του αφού αποχαρακτηριστούν, αφού αποχρωματιστούν, αφού αποδυναμωθούν αισθητικά και με μόνο όπλο τους ότι είναι πασίγνωστα κι επιτυχημένα μπορούν να γλυστρήσουν στον οποιοδήποτε υπολογιστή, ή στο κάθε iΡod έτοιμα προς «σφαγή» και κατανάλωση. Και στη συνέχεια μπορούν ξεζουμισμένα να πεταχτούν και να δώσουν τη θέση τους σε άλλα, πιο φρέσκα...

Η προηγούμενη παράγραφος μπορεί να χρησιμεύσει ως απάντηση σε πολλούς που θεωρούν ότι, ειδικά στη μουσική, το ξεπέρασμα των ορίων ανάμεσα στα διάφορα είδη δεν έγινε με τη συμμετοχή της μουσικής βιομηχανίας, κάνοντας λόγο για συνωμοσιολογία. Πεποίθησή τους είναι ότι απλά, το πέρασμα του χρόνου ξεθωριάζει όσα αποτυπώνονται στην Ιστορία. Συγκεκριμένα, πιστεύουν ότι κάθε γενιά που κληρονομεί από την προηγούμενη το σύνολο της μουσικής πληροφορίας διακρίνει όλο και λιγότερο τα όρια αυτά. Πράγματι, στην Ελλάδα τις τελευταίες δυο δεκαετίες έχουμε παρατηρήσει νέους να παρακολουθούν, για παράδειγμα, τη μια φορά χαμηλόφωνη παράσταση εγχώριου καλλιτέχνη του έντεχνου τραγουδιού, την άλλη φορά πολύβουη συναυλία ξένου metal συγκροτήματος και την τρίτη να παρευρίσκονται σε συναυλία διεθνούς κινηματογραφικού συνθέτη στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών. Είναι ξεκάθαρο ότι η ανίχνευση νέων δρόμων πρέπει να είναι θεμελιώδης επιλογή, ειδικά στους νέους. Τονίζεται όμως ξανά ότι δεν πρέπει να γίνεται άκριτα, αλλά συνειδητά και σίγουρα όχι με κριτήριο την επιτυχία και την αναγνωρισιμότητα. Δυστυχώς, τα τελευταία είναι τα κριτήρια που βαραίνουν περισσότερο στην διαδικασία επιλογής ενός καλλιτεχνικού έργου. 

Ελάχιστοι είναι εκείνοι που μπορούν να κινούνται με άνεση ανάμεσα στα στυλιστικά ιδιώματα. Αυτοί διακρίνουν τα όρια ανάμεσά τους αλλά έχουν και τη δυνατότητα να γνωρίζουν και να υπερβαίνουν την ιστορική φόρτιση που αυτά κουβαλούν. Αυτοί, είναι η εξαίρεση που επιβεβαιώνει τον κανόνα. Κι ο κανόνας είναι η «επιλογή βάση της επιτυχίας». Γι’ αυτούς, η Ιστορία γράφεται από τους νικητές. Η Μουσική Ιστορία; Γι’ αυτούς γράφεται από τα charts...

Ποια είναι τελικά η θέση στην οποία έχει περιέλθει το καλλιτεχνικό έργο στη σύγχρονη εποχή; Ποιά είναι η χρηστική αξία του; Είναι η απόλαυση; Είναι η καλλιέργεια που- πιθανώς- προσφέρει; Είναι απλά η διασκέδαση; Το καλλιτεχνικό έργο έχει εξισωθεί πλήρως με κάθε άλλο προϊόν. Ένας είναι ο στόχος. Και είναι κοινός για όλα τα προϊόντα. Να προσφέρουν ικανοποίηση. Ικανοποίηση των εκφυλισμένων, από το σύστημα, ενστίκτων. Να χορταίνουν τις πλαστές, κατασκευασμένες επιθυμίες. Να δημιουργούν κλίμα ασφάλειας. Και να εισάγουν σε συνθήκες περιβάλλουσας οικειότητας. Ν’ αφήνεται κανείς στην ζεστή, σίγουρη αγκαλιά τους. Να χρησιμοποιεί ο καθένας τον ελεύθερο χρόνο του καταναλώνοντάς τα για να απαλύνει τις πληγές που του αφήνει η υπόλοιπη, εξαγορασμένη του ζωή. Να επενδύει μ’ αυτά τον ιδιωτικό του βίο, να απομακρύνεται από τη δημόσια σφαίρα και να βουλιάζει στον εφησυχασμό και την αποχαύνωση. Μιλώντας για μουσική; Τι αναζητεί κάποιος όταν επιστρέφει από την «εργασία» του; Την ανάπαυση. Τη χαλάρωση. Την απόδραση, καλύτερα. Κι όλα αυτά, με τη βοήθεια της αγαπημένης αναπαυτικής πολυθρόνας, των αγαπημένων, άνετης γραμμής, ρούχων, του αγαπημένου ροφήματος στο αγαπημένος σκεύος, στην αγαπημένη θερμοκρασία με επιστέγασμα το αγαπημένο cd.

Η χαλάρωση θα επέλθει όταν τίποτε δε θα πάει στραβά. Και στην ακρόαση ενός cd αυτό είναι απόλυτα βέβαιο. Η ερμηνεία θα είναι πάντα η ίδια, τα όργανα συνοδείας στη σωστή πάντα ένταση, το σόλο σημείο πάντα το ίδιο συγκινησιακό, η ηχητική ποιότητα θα είναι σταθερά δεδομένη. Κανένα απρόοπτο. Κανένας τρόπος διαφυγής από την εξασφάλιση ...Σε συνθήκες ζωντανής παρουσίασης της μουσικής; Τι μπορεί ν’ αλλάξει; Ο παλμός, η ζωντάνια και η διάθεση των εκτελεστών είναι μεν εμφανή, είναι όμως και επιφανειακά. Και είναι τέτοια καθώς όλα είναι καλοκουρδισμένα ώστε να δίνουν την ικανοποίηση αλλά και την οικειότητα που ζητεί απεγνωσμένα ο καταναλωτής. Το αρχικό δέος του θεατή-δέκτη στη θέα του ινδάλματος –δέος που επιμελώς συντηρεί υποσυνείδητα την απόσταση «κοινού θνητού» και «σταρ»- δίνει τη θέση του στη, δήθεν απαλλαγμένη από αυτή την απόσταση, κατ’ επίφαση επικοινωνία καλλιτέχνη-κοινού και στην άλλο τόσο δήθεν προσέγγιση και τελικά ταύτισή τους μέσα από τη μουσική. Τα τραγούδια, τα ίδια. Εκτελεστικά, πιστή αναπαραγωγή της πρωτότυπης εκδοχής. Η ερμηνεία τόσο παγιωμένη ώστε ακόμα και τα αυτοσχεδιαστικά μέρη παρουσιάζονται αυτούσια όπως στην αρχική εκτέλεση. ..Το ίδιο προβλέψιμα και τα σημεία χρονικής εμφάνισης της, εξ’ ίσου επιφανειακής, αλληλεπίδρασης μεταξύ σκηνής και κοινού. Μια ανταλλαγή ενέργειας που ισοδυναμεί με ανταλλαγή ευγνωμοσύνης. Οι οπαδοί ευγνωμονούν τον καλλιτέχνη για τη στιγμιαία ιδεατή μεταφορά έξω απ’ την ανυπόφορη πραγματικότητα που τους προσφέρει μέσω της ταύτισής τους με την «υψηλή» μορφή του και ο τελευταίος ευγνωμονεί, με τη σειρά του, τους οπαδούς για την τροφή που δίνουν στη ματαιοδοξία του, που αποτελεί τη δική του έξοδο διαφυγής από την ανυπόφορη πραγματικότητα. Αμοιβαία ευγνωμοσύνη για τη λύτρωση από την αλλοτρίωση. Το τελικό αποτέλεσμα, η σύνθεση επί σκηνής ενός υπνωτιστικού ostinato προσφερόμενου σε αστραφτερό, θεαματικό περιτύλιγμα που όμως καταστέλλει και τις δυο πλευρές. Μαστίγιο η μπαγκέτα του καλλιτέχνη –του star system ακριβέστερα- καρότο τα σουξέ σε «ζωντανή» παρουσίαση. Μαστίγιο η βουλιμία του κοινού, καρότο το αποθεωτικό χειροκρότημα. Εκατέρωθεν ψίχουλα σαθρής ικανοποίησης και χειραγωγημένης ηδονής.

Ως εδώ επιχειρήθηκε να περιγραφεί τόσο το πλαίσιο της πνευματικής και ειδικότερα της αισθητικής πτώσης στην οποία έχει περιέλθει ο άνθρωπος όσο και οι συνέπειές τους. Διαπιστώνεται πλήρες έλλειμμα αισθητικής νοημοσύνης. Η ανθρωπότητα, ωριμάζοντας με λάθος τρόπο στο δεύτερο μισό του 20ού αιώνα δεν κατάφερε να ξεπεράσει τις τεχνητές υφολογικές περιχαρακώσεις και να φτάσει στην αφομοίωση των στυλιστικών εξατομικεύσεων δημιουργικά. Αντ’ αυτού οδηγήθηκε σε έναν αισθητικό αναλφαβητισμό. Αναλφαβητισμός που παραδόξως εντείνεται την ίδια στιγμή που η τεχνολογική πρόοδος προσφέρει πρωτόγνωρα άλματα γνώσης. Αναλφαβητισμός που καθιστά την τέχνη στρατηγικό εταίρο του συστήματος. Συστήματος που την εξουσιοδοτεί με την αποστολή της αισθητικής καταστολής. Συστήματος που με τη μορφή του εμπορεύματος που αυτό της προσδίδει απαλείφει τον διαφωτιστικό, παιδαγωγικό και εν μέρει, επαναστατικό της χαρακτήρα αφήνοντας ελεύθερη τη δίοδο στο σύγχρονο σκοταδισμό διαμέσου της οποίας περνούν με περισσή ευκολία οι μηχανισμοί κατασκευής αναγκών και της ικανοποίησής τους. Σ’ αυτές λοιπόν τις συνθήκες της γενικευμένης ιδεολογικής, πολιτικής και πολιτιστικής ερημοποίησης οφείλουν να ξεκαθαριστούν κάποια ζητήματα που θα φωτίσουν την οδό της ελπίδας. Ειδικότερα, στο πεδίο της τέχνης:

Είναι αναγκαίο να υπάρχουν σαφή όρια μεταξύ των καλλιτεχνικών ρευμάτων αλλά όχι χαρακώματα. Όρια διάφανα, μεταβλητά που θα επιτρέπουν μια ώριμη, υγιή, ανοιχτόμυαλη, «ωσμωτικού» τύπου, περιπλάνηση ανάμεσα στα στυλ και όχι τείχη που θα την εμποδίζουν. -Είναι αναγκαίο τόσο ο καλλιτέχνης όσο και ο αποδέκτης του καλλιτεχνικού έργου –ο τελευταίος ακόμη περισσότερο-να έχουν ταυτότητα. Να διαθέτουν όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά που συγκροτούν μια ανεξάρτητη, προσωπική, υποκειμενοποιημένη φυσιογνωμία. Να διαθέτουν προσωπικό στίγμα, όχι όμως δογματικά χρωματισμένο. Να διαθέτουν δοκιμασμένη, πεπειραμένη κρίση και όχι να πέφτουν στην παγίδα των φανατικών επιλογών. Όχι στην αδιαφοροποίητη μάζα των fans-πελατών..

Είναι αναγκαίο να υπάρχει πραγματική, χειραφετημένη πολιτισμική δημοκρατία. Πρόσβαση σε όλους, τόσο στο επίπεδο της δημιουργίας όσο και σ’ αυτό της επαφής με το καλλιτεχνικό έργο. Όχι στην ασυνείδητη, την κριτικά αδιαμεσολάβητη, την πνευματικά αφιλτράριστη προσέγγιση στους ωκεανούς πληροφορίας του διαδικτύου. Η δημοκρατική, ελεύθερη πρόσβαση σε κάτι δεν προϋποθέτει και την αναγκαιότητα απόκτησής του.

Είναι αναγκαία η συμμετοχή του καλλιτέχνη- όπως και του καθενός, εν γένει- στο κοινωνικό γίγνεσθαι. Πνεύμα ανησυχίας, αμφισβήτησης, ανατροπής, επανάστασης θα πρέπει να τον διακρίνει. Όχι στον καλλιτέχνη - αναχωρητή. Όχι στον ασκητισμό του «τέχνη για την τέχνη».

Είναι αναγκαίο να περάσουμε σε μια εποχή πνευματικής υγιεινής και να ξεπεράσουμε τον αποξηραμένο πολιτισμό που μας προσφέρεται –έναντι καθόλου ευκαταφρόνητου αντιτίμου μάλιστα. Όχι στη συστημική αποστείρωση που-για να χρησιμοποιήσουμε τον όρο αποστείρωση κυριολεκτικά- εκκαθαρίζει κάθε είδους «μολυσματική» πρωτοπορία για να οδηγήσει στην εγγυοδοσία μιας στατικής, ομογενοποιημένης κουλτούρας.
-Είναι αναγκαία η ενδυνάμωση των πρωτοποριακών καλλιτεχνικών τάσεων. Η πρωτοπορία με όπλο της την καινοτομία θα γεννήσει την πρωτοτυπία. Όχι στη στείρα εναλλαγή, στην εμμονή και τη μανία για το καινούριο. Ας αφεθεί η πρωτοπορία να ανοίξει τους ορίζοντες της σκέψης, να οξύνει τη φαντασία και να τη διαμορφώσει κριτικά. Η αύξηση της κριτικής ικανότητας θα ανοίξει το δρόμο της πνευματικής αφύπνισης. Μιας πολυεπίπεδης αφύπνισης που ξεφεύγει από τα στενά πολιτιστικά πλαίσια. Μιας αφύπνισης που οδηγεί με σιγουριά προς τη διαμόρφωση μιας νέας συνείδησης. Μιας αφύπνισης που κυοφορεί την άρνηση αρχικά και την υπέρβαση τελικά της εξαθλίωσης που βιώνεται καθημερινά. Μιας αφύπνισης ,οδηγό προς την «αντι-συνείδηση».

Ας αδράξουμε την τέχνη. Ας δαμάσουμε την πληροφορία της. Ας ξαναβαπτιστούμε πνευματικά. Ευκαιρία για μια άσκηση συνείδησης…

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου