-->

Τρίτη, 16 Δεκεμβρίου 2014

Το πολιτικό τραγούδι σήμερα: Τοποθέτηση της ΤΕΚ, στην παρουσίαση του νέου βιβλίου του Φώντα Λάδη, "Καθημερινός Φασισμός"*

* Η παρουσίαση πραγματοποιήθηκε την Τετάρτη 10 Δεκεμβρίου στον κινηματογράφο "Αλκυονίδα"

Καλησπέρα σε όλους και όλες. Ευχαριστώ εκ μέρους της ΤΕΚ τον Φώντα Λάδη  για την τιμή που μας έκανε, να βρισκόμαστε σήμερα εδώ για να πούμε δυο λόγια για το πολιτικό τραγούδι στην Ελλάδα και τη σημερινή του κατάσταση, με αφορμή την παρουσίαση του νέου του βιβλίου «καθημερινός φασισμός». Ένα βιβλίο το οποίο αποτελείται από 26 πολιτικά ποιήματα γραμμένα για τον φασισμό και ένα κείμενο για το πολιτικό τραγούδι. 

Καταρχήν, οφείλουμε να αποσαφηνίσουμε, ότι ως Τέχνη Εν Κινήσει προσεγγίζουμε το προοδευτικό πολιτικό τραγούδι –και λέω προοδευτικό μη μπορώντας να βρω άλλον πιο ακριβή ίσως και πιο σύγχρονο προσδιορισμό- όχι ως θεωρητικοί τέχνης ή ιστορικοί διότι δεν είμαστε τέτοιοι, ούτε και έχουμε το γνωστικό/ακαδημαϊκό υπόβαθρο για κάτι τέτοιο, αλλά ως εργαζόμενοι-καλλιτέχνες. Ως εργαζόμενοι-καλλιτέχνες λοιπόν, προσπαθούμε να συνδυάσουμε τις εργασιακές/κοινωνικές εμπειρίες και βιώματα που έχουμε, με τις καλλιτεχνικές μας δημιουργίες δένοντας τα, με την επιδίωξη μιας τέχνης οργανικά δεμένης με αυτό που ονομάζουμε λαϊκό, εργατικό, νεολαιίστικο κίνημα, τις ανάγκες, τις στοχεύσεις, τα επίδικα που αναδύονται μέσα από την πάλη και τους αγώνες του. 

Λέμε καταρχήν προοδευτικό πολιτικό τραγούδι, γιατί μην ξεχνάμε, υπήρχε και αναπαράγεται και σήμερα και το αντιδραστικό, συστημικό πολιτικό τραγούδι, είτε ονομάζεται έτσι, είτε όχι (πχ σύγχρονα φασιστικά metal, hard core τραγούδια (white power), διάφορα εμβατήρια κλπ). Εάν αυτός είναι ένας πρώτος αναγκαίος διαχωρισμός για να κατανοούμε πιο βαθιά για το τι μιλάμε, ένας δεύτερος -αναγκαίος και αυτός- θα μπορούσε να τεθεί με το εξής ερώτημα: Είναι τα πάντα πολιτική, συνεπώς είναι τα πάντα πολιτικό τραγούδι; Ένα τραγούδι που μιλά για τον έρωτα, ένα άλλο όπου μιλά λόγου χάρη για τη μοναξιά, μπορούν να ανήκουν τρόπον τινά στο πολιτικό τραγούδι; Νομίζουμε ότι μια παλιά απάντηση που θεωρούσε πολιτική κάθε πτυχή της ανθρώπινης δραστηριότητας όπως και αν αυτή εκφράζονταν συνεπώς και την τέχνη ως όλον, είναι αρκετά απλοϊκή. 

Για εμάς ως ΤΕΚ ένα τραγούδι αποκτά πολιτικά χαρακτηριστικά, όταν εμπεριέχει στον στίχο του κοινωνικό και πολιτικό αντίπαλο και στόχο. Και όπως πολύ εύστοχα σημειώνει ο Φώντας Λάδης στο κείμενο που εμπεριέχεται και στο νέο βιβλίο, «…Τα πολιτικά τραγούδια, είναι –φανερά ή κρυφά- μαχόμενα τραγούδια. Σκοπεύουν πάντα σε έναν πολιτικό αντίπαλο γενικό ή ειδικό. Μπορεί ευρηματικά να δείχνουν, να καταγγέλλουν κοινωνικές και πολιτικές καταστάσεις. Μπορεί και να τις εκθειάζουν. Όσο πιο άμεσα το κάνουν αυτό οι στίχοι, τόσο περισσότερο μπαίνουμε στα σύνορα του πολιτικού τραγουδιού. Το οποίο μπορεί να είναι ένας ύμνος σε έναν ήρωα, σε μια κοινωνική τάξη ή ομάδα, ή ακόμα να περιγράφει ένα ιστορικό γεγονός, μια μάχη ή κάτι άλλο. Ανάλογα με την έμπνευση του δημιουργού, ένα τραγούδι μπορεί να είναι μαζί ερωτικό και πολιτικό, όπως πολλά δικά μας και ξένα δημοτικά και αντάρτικα. Μπορεί δίπλα στο πολιτικό να συνυπάρχει και το θρησκευτικό ακόμα στοιχείο, όπως σε μερικά νέγρικα σπιρίτσουαλς…». Συνεπώς, τα σύνορα στην πολιτική και μη πολιτική τέχνη, στο πολιτικό και μη τραγούδι είναι πορώδη και η σχέση/διαδικασία δυναμική. Εφόσον ένα τραγούδι αποκτά κοινωνικό και πολιτικό αντίπαλο και στόχο, να ένα ασφαλέστερο κριτήριο για να δούμε αν οριοθετείται ένα έργο τέχνης όπως το τραγούδι, ως πολιτικό. 

Βασικό ζητούμενο ενός πολιτικού τραγουδιού, είναι η αλληλεπίδραση με τον κόσμο για τον οποίο φτιάχτηκε και η αφύπνιση των συνειδήσεων. Κριτήριο και μέτρο της επιτυχίας ενός πολιτικού τραγουδιού είναι αν θα μπορέσει να φτάσει στον κόσμο που επιθυμεί ο καλλιτέχνης. Και αν φτάσει να μπορέσει να κοινωνήσει το περιεχόμενό του, συμβάλλοντας έτσι στην επιτυχία του γενικότερου σκοπού για τον οποίο φτιάχτηκε. Συνεπώς, το πολιτικό τραγούδι έχει ανάγκη και αυτό από μορφές διαμεσολάβησης με βάση τις οποίες θα μπορέσει να φτάσει στον κόσμο που απευθύνεται. Σε αυτό το πεδίο τα πράγματα εδώ και χρόνια δεν είναι καθόλου καλά. 

Το καπιταλιστικό σύστημα μέσω πολλαπλών αναδιαρθρώσεων, μπόρεσε και αναδιαμόρφωσε σε μεγάλο βαθμό τους κώδικες της ατομικής και κοινωνικής συμπεριφοράς, προσαρμόζοντάς τους στις αξίες, τους στόχους και εν τέλει στην αναπαραγωγή του ως τέτοιο. Ο καταναλωτισμός, ο ατομισμός, η μετατροπή της τέχνης σε καπιταλιστικό εμπόρευμα/προϊόν, σε συνδυασμό με την υπονόμευση και παρακμή της γειτονιάς ως κοινωνικού χώρου, και την παράλληλη διαδικασία αποσύνθεσης της –κάποτε ισχυρής- εργατικής και λαϊκής ταυτότητας, συνέβαλλαν και στην δραματική υποχώρηση της πολιτικής τέχνης τις τελευταίες δεκαετίες. Σε αυτή την εξέλιξη συνέβαλε και η επίσης δραματική υποχώρηση της πάλαι ποτέ ισχυρής αριστερής πολιτικής/πολιτισμικής ταυτότητας. 

Πριν μερικές δεκαετίες ήταν ακόμα πολύ μακριά οι ραγδαίες εξελίξεις που θα ακολουθούσαν και θα διαμόρφωναν το –εν πολλοίς- σημερινό τοπίο. Η ύπαρξη μιας ισχυρής και σχετικά συνεκτικής λαϊκής/εργατικής ταυτότητας, η ύπαρξη της λαϊκής γειτονιάς η οποία ως χώρος αλλά και ως σχέση δομούσε έναν δημόσιο κοινωνικό χώρο, η ύπαρξη  μιας επίσης ισχυρής αριστερής πολιτικής/πολιτισμικής ταυτότητας, όλα αυτά συνέβαλαν στο να μπουν οι βάσεις και να εκφραστεί η πολιτική και πολιτιστική κοσμογονία της δεκαετίας του ’60 και της δεκαετία του ’70η. Παράλληλα, η ελπίδα και η ρεαλιστικότητα όπως φάνταζε τότες για μια νέα σοσιαλιστική κοινωνία, ήταν και αυτα παράγοντες που συνέβαλλαν καθοριστικά σε αυτή την κοσμογονία. Οι συνθήκες τούτες είναι που επέτρεψαν να ανθίσει μια γόνιμη σχέση ανάμεσα στον αριστερό αγωνιστή καλλιτέχνη και στο λαϊκό κοινωνικό σώμα, με όλες τις ανεπάρκειες και αντιφάσεις που και αυτές υπήρξαν και δεν ήταν λίγες. 

Σήμερα που όλα αυτά έχουν υποχωρήσει δραματικά αλλά που οι κοινωνικές συνθήκες πιέζουν για κάτι τέτοιο βλέπουμε με ελπίδα την ανάδυση τα τελευταία χρόνια ενός πολύμορφου όσο και αντιφατικού γαλαξία κοινωνικών εγχειρημάτων (Εργατικές Λέσχες, Κοινωνικά Κέντρα, καταλήψεις και γενικά αυτοδιαχειριζόμενοι χώροι). Αυτές οι κοινωνικές συλλογικότητες, τα εργατικά σωματεία, οι φοιτητικοί σύλλογοι, η πολιτιστική δραστηριότητα κομμάτων και οργανώσεων της Αριστεράς όπως και η αντίστοιχη ομάδων της αναρχίας, αποτελούν στο παρόν ένα κοινωνικό δίκτυο. Ένα δίκτυο στο οποίο ήδη στηρίζονται, μπορούν και πρέπει να στηριχτούν - αλλά και να στηρίξουν- ακόμα περισσότερο οι καλλιτέχνες που ήδη παράγουν ή θα θελήσουν να παράξουν πολιτικό τραγούδι και γενικότερα τέχνη δεμένη με το κίνημα. 

Την ίδια στιγμή όμως, αυτά τα εγχειρήματα είναι ακόμα πολύ αδύναμα για να μπορούμε με αξιώσεις να δούμε να φτάνει η παραγωγή του σύγχρονου πολιτικού τραγουδιού σε μεγάλα τμήματα των καταπιεσμένων τάξεων και στρωμάτων. Επί της ουσίας σήμερα παλεύουμε για να συγκροτηθούν με νέους προφανώς όρους, οι κοινωνικές και πολιτικές προϋποθέσεις για μια άνθιση ξανά της πολιτικής τέχνης άρα και του πολιτικού τραγουδιού. 

Που βρισκόμαστε όμως σήμερα, από την άποψη της παραγωγής του σύγχρονου πολιτικού τραγουδιού; Και εδώ η κατάσταση είναι σαφώς καλύτερη από ότι ήταν πριν λίγα μόλις χρόνια. Η ελληνική χιπ-χοπ σκηνή (και κυρίως η ονομαζόμενη low bap σκηνή) συγκεντρώνει πληθώρα μπαντών οι οποίες γράφουν πολιτικό/κοινωνικό τραγούδι.

Σταχυολογούμε για να έχουμε μια -εννοείται ελλειπή- πρώτη εικόνα: Active Member, Social Waste, MC-Yinka, Παράξενος, Φράξια, Poetic, Τοτέμ, Eισβολέας κλπ να μερικά ονόματα μπαντών και καλλιτεχνών οι οποίοι παράγουν σύγχρονο πολιτικό χιπ-χοπ. Έχουμε επίσης την ιστορική DIY σκηνή, που αναπτύχθηκε κυρίως στους αντιεξουσιαστικούς χώρους/καταλήψεις με κυριότερα ονόματα τα Μεθυσμένα Ξωτικά, τους Ωχρά Σπειροχαίτη και το διάδοχο σχήμα «Ζωή Τάχα» κλπ. Μεμονωμένοι καλλιτέχνες υπάρχουν όπως η Δανάη Παναγιωτοπούλου, ο Σπύρος Γραμμένος κ.α. Καλλιτέχνες της αγγλόφωνης σκηνής όπως τα ιστορικά συγκροτήματα Last Drive και Deus X Machina

Παραγωγή πολιτικού τραγουδιού βρίσκουμε επίσης και σε συλλογικά έργα. Τέτοια έργα είναι οι δύο συλλογές της ΤΕΚ («Μέρες από ατσάλι» και η συλλογή αντιφασιστικών έργων «…Δε θα πεθάνει μόνος τσάκισέ τον!») όπου ένωσαν τις δυνάμεις τους και κατέθεσαν τα έργα τους οι Δημήτρης Καρούσος, JazzMatazz, Υπεραστικοί, Revolted Masses, Lady Vanishes, Μητέρα Φάλαινα Τυφλή, Common I, Roadkill, Doughy Mug, Tzouran Tzouran κλπ. Είναι επίσης η αντιφασιστική συλλογή «Μια απάντηση» που κυκλοφόρησαν οι Kollektiva σε συμπαραγωγή με την Ελληνοφρένεια, όπου πληθώρα μπαντών και τραγουδοποιών έγραψαν αντιφασιστικά τραγούδια (Δημήτρης Ζερβουδάκης, Βόμβοι, Magic De Spell, Μαύρη Μαγιονέζα, Motivo 4, Μίλτος Πασχαλίδης, Radio Sol, Χρήστος Θηβαίος, Γυμνά Καλώδια, Μέγας, Μάρθα Φριτζήλα). 

Όσα συγκροτήματα από αυτά ή μεμονωμένοι καλλιτέχνες που προαναφέρθηκαν δεν τα/τους γνωρίζετε, μπορείτε να ψάξετε στο ίντερνετ  όπου τα περισσότερα από αυτά έχουν αναρτήσει τις δουλειές τους. 

Τέλος, θα ήθελα να αναφερθώ και στο πως εμείς ως ΤΕΚ γνωρίσαμε τον Φώντα. Όταν φτιάχναμε την συλλογή αντιφασιστικών έργων σκεφτήκαμε –συν τοις άλλοις- ότι θα ήταν γόνιμο,  ο τίτλος της συλλογής να μπορεί να συνδέει το αγωνιστικό παρελθόν του πολιτικού τραγουδιού με την σημερινή παραγωγή του. Έτσι, μας ήρθε στο μυαλό ο στίχος του Φώντα «…Δε θα πεθάνει μόνος, τσάκισέ τον!». Δεν γνωριζόμασταν όμως και δεν ξέραμε πως θα αντιδρούσε ο Φώντας. Για τον λόγο αυτόν ψάξαμε βρήκαμε το μέηλ στο διαδίκτυο και του στείλαμε την πρότασή μας, να μας επιτρέψει να χρησιμοποιήσουμε τον στίχο του, για τίτλο της συλλογής. 

Μας απάντησε θετικά, ζητώντας να βρεθούμε. Και όταν βρεθήκαμε και γνωριστήκαμε διαπιστώσαμε με μεγάλη χαρά πως ο Φώντας Λάδης, όντας ένας ποιητής και στιχουργός που μαζί με άλλους καθόρισε το πολιτικό τραγούδι τις δεκαετίες του ’60 και του ’70, δεν ανήκει στην πληθώρα εκείνη των αξιόλογων αριστερών ή απλά προοδευτικών καλλιτεχνών που άλλαξαν στρατόπεδο, ενώ θα μπορούσε να κάνει κάτι τέτοιο. Συνεχίζει να είναι ενεργός, μάχιμος που λέμε, στον αγώνα για μια καλύτερη ζωή, για ένα καλύτερο αύριο για τους εργαζόμενους, τον λαό, τους καταπιεσμένους αυτού του τόπου.  

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου