-->

Τρίτη, 30 Δεκεμβρίου 2014

«NON OMNIS MORIAR» "Δεν θα πεθάνω ολάκερος". Καταγράφοντας...το μέλλον. Ντοκιμαντέρ από την απεργία στην Ελληνική Χαλυβουργία

To Περιοδικό 

του Γρηγόρη Τραγγανίδα

«Πιο ανθεκτικό κι από μπρούντζο ένα μνημείο τέλειωσα
Πιο ψηλό κι απ” τον βασιλικό τόπο των πυραμίδων
που ούτε μπόρες, ούτε ο βόρειος άνεμος
δεν μπορούν να φθείρουν, ούτε η ατέλειωτη
αλυσίδα των ετών και το φευγιό του χρόνου
Δεν θα πεθάνω ολάκερος, κι ένα μεγάλο μου κομμάτι τον τάφο θα ξεφύγει
Διαρκώς μες στα μελλούμενα η δόξα μου εκ νέου θα θεριεύει» 

(Οράτιος, Ωδές, Βιβλίο ΙΙΙ)

Αυτοί οι στίχοι «παίρνουν» από το «χέρι» το θεατή για να τον «συνοδεύσουν» στο ντοκιμαντέρ «NON OMNIS MORIAR» («Δεν θα πεθάνω ολάκερος») της κινηματογραφικής ομάδας «Λοκομοτίβα», σε σκηνοθεσία Θεοδοσίας Γραμματικού, με θέμα τη συγκλονιστική απεργία των χαλυβουργών που ξεκίνησε το Νοέμβριο του 2011 και επί εννέα μήνες αποτέλεσε τη σημαία της ελληνικής εργατικής τάξης, μέσα σε συνθήκες άγριας καπιταλιστικής κρίσης και επίθεσης σε ό,τι απέμεινε από δικαιώματα και με ένα εργατικό κίνημα που προσπαθεί ακόμα να βρει το βήμα του.


poster3Η ταινία, η πρώτη μεγάλη μήκους της σκηνοθέτριας, ευτύχησε να βρει διανομή χάρη στην εταιρεία «New Star» και θα προβάλλεται από 8 Ιανουαρίου στους κινηματογράφους «ΑΛΚΥΟΝΙΣ new star art cinema» και «ΣΤΟΥΝΤΙΟ new star art cinema». Με αυτή την αφορμή μας μίλησαν για την ταινία, αλλά και για την ομάδα που την «υπογράφει», η ίδια η σκηνοθέτρια και ο επίσης σκηνοθέτης και διευθυντής παραγωγής της ταινίας, Κώστας Σταματόπουλoς. Όταν η Θεοδοσία πήρε μια κάμερα και κατέβηκε στο εργοστάσιο να «γράψει», η απεργία κόντευε να κλείσει μήνα. Ήδη φάνταζε πολύ. Ίσως και οι ίδιοι οι εργάτες που την πραγματοποιούσαν να μην περίμεναν ότι εκείνες οι μέρες θα ήταν μόνο η αρχή. «Δεν γνώριζα απεργία στην Ελλάδα που να είχε κρατήσει τόσες μέρες οπότε σκέφτηκα να κατέβω κάτω να δω τι γίνεται. Ένα βράδυ λοιπόν πήγα στο εργοστάσιο και άρχισα να γράφω. Ήρθα σε συνεννόηση με τον κόσμο για να μην υπάρχει παρεξήγηση για το τι ακριβώς κάνω» μας λέει η ίδια για το πώς ξεκίνησε το γύρισμα.

- «Δεν είχα κάτι συγκεκριμένο στο μυαλό μου. Τράβαγα ό,τι μου κέντριζε το ενδιαφέρον. Αυτό που ήθελα ήταν να βρω και μετά να δείξω τι είναι αυτό που κρατάει αυτούς τους ανθρώπους τόσο καιρό εκεί. Πήγαινα επί τρεις μήνες συνέχεια και αργότερα πολύ τακτικά μέχρι το τέλος. Σιγά – σιγά άρχισα να ταυτίζομαι μαζί τους, αν και αυτό δεν ήταν καλό. Γιατί έκανα πολύ καιρό να το ξεπεράσω και να βγάλω συμπεράσματα για την έκβαση της απεργίας με την επέμβαση των ΜΑΤ. Άρχισα να σκέφτομαι τι άλλο θα μπορούσε να γίνει». 

- Εννοείς ότι ως κινηματογραφίστρια έχασες την “ψύχραιμη ματιά” σου; 

- «Όχι. Απλά επηρεάστηκα πάρα πολύ ψυχολογικά. Δέθηκα με αυτούς τους ανθρώπους. Ήμασταν σαν μια οικογένεια. Μου έφερναν φαγητό, τσιγάρα, είχα γίνει ένα με αυτούς. Έλεγαν συνέχεια “που είναι η Θεοδοσία να τραβήξει”; Ήταν πολύ συγκινητικό. Είχα ένα φόβο πώς θα με δεχτούν, πολύ περισσότερο που ήμουν γυναίκα. Αλλά μετά ένιωσα πραγματικά σαν παιδί τους. Στη συγκεκριμένη απεργία βοήθησε και το γεγονός ότι ήταν και οι γυναίκες τους μαζί. Έβλεπαν πόσο σημαντική ήταν η βοήθεια των γυναικών και πως σε βάθος χρόνου οι γυναίκες έπαιξαν ρόλο στην απεργία. Εκεί που οι γυναίκες στηρίζανε, οι άντρες παραμείνανε. Εκεί που υπήρχε πολύ γκρίνια στο σπίτι, οι άντρες έκαναν πίσω. Όχι όλοι. Αλλά ένα ποσοστό επηρεάστηκε. Τα έξοδα τρέχανε, είχαν κουραστεί και δεν έβλεπαν άμεσο αποτέλεσμα. Ήταν ένας παράγοντας, η αγωνία για το τι θα γίνει. Στο ντοκιμαντέρ υπάρχουν πλευρές για την κούραση. Στις γενικές συνελεύσεις το βάζουν οι ίδιοι εργαζόμενοι. Υπήρχαν αντικειμενικές και υποκειμενικές δυσκολίες». 

- Απομονώθηκαν από τους συναδέλφους τους όσοι δεν μπόρεσαν να συνεχίσουν;

- «Δε νομίζω. Μάλιστα, μέχρι την τελευταία στιγμή, εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων που από την αρχή ήταν απεργοσπάστες, εξακολούθησαν να είναι αποδέκτες της αλληλεγγύης». 

- Αλληλεγγύη η οποία ήταν εντυπωσιακή.

- «Δεν περίμενα να πάρει τέτοια διεθνή έκταση, ούτε και στην Ελλάδα. Η αλληλεγγύη όμως έχει δύο πλευρές. Από τη μια ήταν υλική, η οποία ακόμη συνεχίζει σε κάποιους. Αλλά – και το λέω μετά λύπης – δεν εκφράστηκε με απεργιακή στήριξη σε άλλους χώρους δουλειάς, ειδικά της περιοχής. Ένας κούκος δεν φέρνει την Άνοιξη και δεν επρόκειτο να κερδίζανε σε αυτή τη λαίλαπα μόνοι τους.  Εκτός από τις πανελλαδικές απεργίες και κάποιες τοπικές που έγιναν μετά από πολύ καιρό και μετά από πολύ πίεση προς το Εργατικό Κέντρο από το σωματείο. Εντάξει, δεν θα ξεχάσω όταν τα ΜΑΤ μπήκαν μέσα, που τα γύρω εργοστάσια, ενώ γινόταν χαμός, δεν βγήκαν έξω. Και βέβαια άφησε πολλά αυτός ο αγώνας σαν παρακαταθήκη, από την άλλη όμως είναι στενάχωρο ότι στη συγκεκριμένη στιγμή δεν βγήκαν έξω». 

- Γιατί νομίζεις ότι έγινε αυτό; 

- «Ο φόβος. Μίλησα με τους χαλυβουργούς αργότερα και μου είπαν ότι η “Τιτάν” για παράδειγμα είχε να δουλέψει πολύ καιρό, εκείνη την περίοδο όμως είχε δουλειά και οι εργάτες φοβόντουσαν να βγουν για να μη χάσουν το μεροκάματο. Μπαίνουμε στο ζήτημα του μεροκάματου και της ατομικής λύσης. Κάτι που δεν ίσχυε στη Χαλυβουργία. Όλοι σταθήκαν σαν οικογένεια εκεί».


xalyv
Τάξη εναντίον τάξης
- Μίλησες για παρακαταθήκη.

- «Πριν την απεργία δεν γνωρίζονταν μεταξύ τους. Μπαίνουμε στο εργοστάσιο, κάνουμε τη βάρδια και μετά σπίτι. Με την απεργία, όχι μόνο γνωρίστηκαν, αλλά είδαν και ότι τα προβλήματά τους είναι κοινά. Όχι μόνο στο οικονομικό επίπεδο αλλά και σε άλλα θέματα. Βλέποντας και τον κόσμο να έρχεται να τους συμπαρασταθεί έβλεπαν ότι τα προβλήματα είναι κοινά και με άλλους κλάδους. Ότι δεν είναι μόνο ο Μάνεσης. Στην αρχή έλεγαν ότι κάνουμε μια απεργία για τα προβλήματα του εργοστασίου. Είχαν καταλάβει μεν ότι έδιναν τη ζωή τους για να πλουτίζει ο Μάνεσης, αλλά δεν το είχαν επεξεργαστεί τόσο πολύ ώστε να συνειδητοποιήσουν ποιοι είναι αυτοί και ποιος είναι ο Μάνεσης ως τάξη πλέον. Γιατί είχαν και πολλά και θανατηφόρα ατυχήματα. Άρα, ήξεραν πολύ καλά τι σημαίνει δίνω τη ζωή μου για το μεροκάματο. 

Ένα πολύ μεγάλο ποσοστό το κατάλαβε. Και άρχισαν να καταλαβαίνουν ότι δεν παλεύουν πλέον μόνο για τους εαυτούς τους, αλλά για λογαριασμό της τάξης τους. Αυτό έγινε μέσα από τις γενικές συνελεύσεις, με τη ζύμωση με τα άλλα σωματεία. Βέβαια υπήρχε σύγχυση, αλλά σιγά σιγά ξεκαθάρισε και ακόμη ξεκαθαρίζει σε κάποιους, γιατί ένας κόσμος συνεχίζει πλέον από το πόστο που έχει σήμερα να παλεύει. Πολλοί άρχισαν να διαβάζουν και να ψάχνουν την ιστορία του εργατικού κινήματος. Το “τάξη εναντίον τάξης” φάνηκε πολύ καθαρά σε αυτή την απεργία. Φάνηκε ξεκάθαρα ότι το κράτος είναι ο Μάνεσης. Οι ίδιοι οι εργαζόμενοι το κατάλαβαν αυτό».

Στο εργοστάσιο, τους μήνες της απεργίας, τα πρόσωπά τους λάμπανε

- Πώς αντιμετώπισαν αργότερα οι απεργοί τη λήξη της απεργίας;

- «Υπήρχε απογοήτευση. Αναρωτιόντουσαν γιατί δεν έγιναν κάποια πράγματα ή γιατί σταμάτησε η απεργία. Περίμεναν ότι κάποια στιγμή θα κατέβουν τα ΜΑΤ. Δεν είχαν συνειδητοποιήσει όμως ότι με τα ΜΑΤ τελειώνει και η απεργία. Σε αυτό υπήρξε απογοήτευση, στο ότι δεν συνέχισαν. Έτσι κι αλλιώς δεν είχαν να χάσουν τίποτα. Υπήρχαν μαζικές απολύσεις, το μισό εργοστάσιο είχε απολυθεί. 

Όταν μπήκαν στο εργοστάσιο δεν μιλάγανε οι μισοί στους άλλους μισούς. Οι απεργοί ήθελαν να μιλήσουν, αλλά οι άλλοι κράταγαν μια στάση μην χαρακτηριστούν. Επιπλέον, πήγαιναν για δουλειά και δεν τους έβαζαν στο πόστο τους. Τους έβαζαν να σκουπίζουν ή τους άφηναν μέχρι να τελειώσει η βάρδιά τους για να τους σπάσουν τα νεύρα και να φύγουν. Τελικά πολλοί απολύθηκαν, κάποιοι βγήκαν στη σύνταξη και το εργοστάσιο έχει ελάχιστο κόσμο πλέον μέσα. Αλλά δεν θεωρώ χαμένο αυτό τον αγώνα. Γιατί ο κόσμος συνειδητοποίησε ποιος είναι και μέχρι τώρα είναι ενεργοί, πηγαίνουν στο σωματείο τους, συζητάνε, πάνε σε άλλους χώρους δουλειάς. Και μετρήθηκαν μέχρι πόσο μακριά μπορούν να φτάσουν αν είναι μόνοι τους. Σε ένα χώρο δουλειάς είναι δύσκολο να αλλάξει κάτι. Οι χαλυβουργοί έκαναν εξορμήσεις σε άλλους χώρους δουλειάς και καλούσαν τους εργάτες να κατέβουν μαζί τους στον αγώνα. Κι έτσι μάθαιναν. Αλλά ήταν ευτυχισμένοι. Στο εργοστάσιο, τους μήνες της απεργίας, τα πρόσωπά τους λάμπανε». 

- Γιατί ήθελες να κάνεις γνωστή την ιστορία τους; Ποιος ήταν ο στόχος σου;

- «Το ντοκιμαντέρ έγινε με αφορμή την απεργία στη Χαλυβουγία. Για να δείξω ότι σε μια περίοδο που δεχόμαστε τεράστια επίθεση υπήρξε ένας αγώνας που κράτησε εννέα μήνες. Με τις αδυναμίες του – δεν ήθελα να κρύψω τις αδυναμίες – με τους ανθρώπους να δείχνουν στα πρόσωπά τους τι αισθάνονταν κάθε στιγμή.  Ήθελα να ξεφύγω από τον διδακτισμό, για να δείξω το τι έκανε αυτόν τον αγώνα τόσο γνωστό, ποια ήταν τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του, αυτά που λέγαμε πριν για τη συνείδηση, την αλληλεγγύη που δεν περίμενε κανείς. Ήθελα να βγάλω ότι κανένας αγώνας δεν είναι χαμένος. Το να παλεύεις έχει να σου δώσει πολλά πράγματα. Αλλά και το γιατί δεν μεταδόθηκε αυτή η σπίθα και καθόμαστε και περιμένουμε. Μακάρι να δουν εργάτες το ντοκιμαντέρ». 

- Την ταινία σου την είδαν οι χαλυβουργοί;

- «Ναι. Έγινε ιδιωτική προβολή στην Εταιρεία Ελλήνων Σκηνοθετών. Δεν μπόρεσαν να έρθουν πάρα πολλοί, αλλά όσοι ήρθαν τους άρεσε πάρα πολύ. Κάποιος το ήθελε πιο δυναμικό γιατί του είχε μείνει έντονα στο μυαλό το βίντεο για τις 100 μέρες της απεργίας που είχε κάνει ο 902. Αλλά εγώ δεν ήθελα να δείξω κάτι τέτοιο».


Sequence 0516
Προσθήκη λεζάντας
- Πώς κατέληξες στη συγκεκριμένη μορφή;

- «Με κατεύθυνε το υλικό. Στην αρχή ήθελα να είναι πιο ποιητικό. Αλλά το υλικό δεν μου έδινε τη δυνατότητα. Έπρεπε να το έχω από την αρχή στο κεφάλι μου και να κινηματογραφούσα εξαρχής με συγκεκριμένο τρόπο. Κάτι που δεν έκανα. Άλλαξα αρκετές φορές τη δομή του σεναρίου για να καταλήξω σε αυτό που βγήκε. Και βγήκε εκτός ταινίας πολύ υλικό. Κάνεις άλλα δέκα ντοκιμαντέρ με αυτό. Έχει σημασία να σημειωθεί ότι στην ταινία χρησιμοποιήσαμε τρία κομμάτια από τη συλλογή τραγουδιών “Μέρες από Ατσάλι” που δημιούργησε η καλλιτεχνική κολεκτίβα “Τέχνη εν Κινήσει” για τον αγώνα των χαλυβουργών. Έτσι, αυτές οι δύο ενέργειες “επικοινώνησαν”. Αγαπάω αυτή την ταινία. Είναι η πρώτη μου μεγάλου μήκους. Έχω κάνει και ένα ντοκιμαντέρ μικρού μήκους, το «Go back», για το πώς στη Μυτιλήνη ο λαός δεν άφησε τους Άγγλους να μπουν μετά τα Δεκεμβριανά. Ήταν η πτυχιακή μου εργασία ουσιαστικά». 

- Γιατί επιλέγεις το ντοκιμαντέρ; 

- «Στο ντοκιμαντέρ σε οδηγεί το υλικό σου, ενώ στη μυθοπλασία ξέρεις πού θα πάει από την αρχή. Έχουν δυσκολία και τα δύο για να γίνουν. Το ντοκιμαντέρ μου αρέσει σαν είδος γιατί μιλάς με τους πρωταγωνιστές της ιστορίας. Είναι πολύ όμορφο πράγμα αυτό, να παίρνεις την κάμερα και να καταγράφεις αυτά που σου λένε ακόμη κι αν πολλά από αυτά δεν συμπεριληφθούν στο τελικό αποτέλεσμα. Η διανομή φυσικά είναι μεγάλο πρόβλημα, ειδικά για το ντοκιμαντέρ. Αν εξαιρέσεις τα φεστιβάλ και μερικά αφιερώματα, έχει θαφτεί».


 «Να κάνουμε τέχνη σα να μπορεί να αλλάξει τον κόσμο»…


poster loko
Προσθήκη λεζάντας
 - Τι είναι η «Λοκομοτίβα»;

- «Είμαστε μια παρέα που ξεκίνησε αυτή την ομάδα και σίγουρα δεν θέλουμε να μείνουμε μόνο στην παρέα μας. Με τις ταινίες μας δεν προτείνουμε μια κοινή γραφή, αλλά μια κοινή λογική. Βλέπουμε πράγματα, τα μεταφέρουμε στο σινεμά – ντοκιμαντέρ ή μυθοπλασία – θέλοντας ουσιαστικά οι ταινίες να απαντούν στο γιατί συμβαίνουν έτσι τα πράγματα».

Στην συζήτηση μπαίνει ο Κώστας Σταματόπουλος, διευθυντής παραγωγής της ταινίας.

«Είμαστε κινηματογραφική κολεκτίβα» λέει ο Κώστας. «Φτιάχτηκε από την ανάγκη να μπορούμε να δημιουργήσουμε σε σχέση με την κοινωνία. Αντανακλώντας την κατάσταση της κοινωνίας. Όχι, δεν είμαστε μια ομάδα που προτείνει μια αισθητική γραμμή. Σε καμία περίπτωση. Προτείνει περιεχόμενο, όχι φόρμα. Οι δουλειές που βάζουμε στην ομάδα, θεωρούμε ότι πρέπει να καλύπτουν αυτό το περιεχόμενο. 

Το περιεχόμενο μιας τέχνης που αντιστέκεται, η οποία δηλώνει ξεκάθαρα τη θέση της ενάντια στη βαρβαρότητα που ζούμε και η οποία δεν θέλει να αντανακλά παθητικά, αλλά θέλει να  επενεργεί με τη σειρά της στα μυαλά των ανθρώπων για την αλλαγή της κατάστασης που υπάρχει. Χωρίς να τρέφουμε αυταπάτες βέβαια ότι η τέχνη μπορεί να αλλάξει τον κόσμο. Αλλά εμείς πρέπει να κάνουμε τέχνη σαν να μπορούσε να αλλάξει τον κόσμο. Η ομάδα είναι ανοιχτή. Η Λοκομοτίβα είναι περίπου σαν ομπρέλα. Υπογράφει τις δουλειές που γίνονται με το σκεπτικό που σου είπα πριν. Δεν κάνει μόνο δουλειές των μελών της, αλλά και άλλων κινηματογραφιστών οι οποίες πληρούν αυτά τα κριτήρια και έφεραν την “υπογραφή” της Λοκομοτίβας. Δεν έχουμε μέσα παραγωγής. Δεν έχουμε χρήματα. Δεν είμαστε παραγωγοί. Βάζουμε οι ίδιοι την εργατική μας δύναμη σε συλλογικό πεδίο, αλληλοβοηθώντας ο ένας τον άλλο». 

-  Τηρουμένων των ιστορικών αναλογιών, παραπέμπεις στα καλλιτεχνικά κινήματα του μεσοπολέμου.

- «Η ομάδα δεν μπορεί να συγκριθεί με αισθητικά καλλιτεχνικά ρεύματα. Είναι κοινωνικοκαλλιτεχνική. Σήμερα, επειδή φαντάζει η κατάσταση τελματωμένη σε μια σειρά πράγματα, και στο ποια αισθητικά μοντέλα πλασάρονται, θέλουμε να αφήσουμε κάποια πράγματα να ανθίσουν για να δεις τι θα καρπωθείς σε καλλιτεχνικό επίπεδο. 

- Περίγραψέ μας αυτό το τέλμα 

- «Το ελληνικό σινεμά για πολλά χρόνια ομφαλοσκοπούσε. Οι θεματικές του ήταν τα μικροαστικά σαλόνια, οι στυτικές δυσλειτουργίες και τα προσωπικά προβλήματα. Δεν αντανακλούσε την πραγματικότητα που ένοιαζε εμάς. Στην μικρού μήκους είδαμε μια στροφή στον κοινωνικοπολιτικό κινηματογράφο. Αλλά αυτή δεν είναι ισχυρή σαν τάση στην ελληνική κινηματογραφία. Εμείς αυτό θέλουμε: Να συμβάλλουμε στο να γίνει».

 ο αισθητικός και θεματικός αυτισμός αναπαράγεται ως μεγάλη τέχνη στην Ελλάδα 

- Πώς “πλασάρεται” αυτό το σινεμά;

- «Πλασάρεται με συγκεκριμένους σκηνοθέτες, με στήριξη του Ελληνικού Κέντρου Κινηματογράφου, του υπουργείου Πολιτισμού. Είναι ένα συγκεκριμένο μοντέλο κινηματογράφου που όμως δεν έχει καμία σχέση με την ελληνική πραγματικότητα. Αντανακλά την κινηματογραφική αισθητική του βόρειου σινεμά, αλλά ως καρικατούρα. Και αυτός ο αισθητικός και θεματικός αυτισμός αναπαράγεται ως η μεγάλη τέχνη στην Ελλάδα. Είναι ένας φαινομενικά προκλητικός κινηματογράφος, αλλά στην ουσία του βαθειά συντηρητικός και ακίνδυνος». 

- Γιατί; 

- «Για να είναι ένα έργο τέχνης παγκόσμιο πρέπει να αντανακλά καταρχήν την πραγματική ζωή των ανθρώπων της χώρας στην οποία δημιουργείται. Αυτό εννοούμε εμείς όταν κάνουμε λόγο για εθνική κινηματογραφία. Ας δούμε δύο κλασικά παραδείγματα εθνικής κινηματογραφίας, το “Ρώμη ανοχύρωτη πόλη” και τον “Κλέφτη ποδηλάτων” τα οποία είναι πραγματικά οικουμενικά. Γιατί όσο ο καλλιτέχνης είναι πιο ειλικρινής με το έργο του τόσο πιο οικουμενικό είναι αυτό».


Sequence 051
Προσθήκη λεζάντας
- Η Θεοδοσία μας είπε ότι θα προσπαθήσετε να ταξιδέψετε την ταινία όσο πιο μακριά γίνεται. 

- «Θα προσπαθήσουμε να δείξουμε την ταινία σε όσο το δυνατόν περισσότερο κόσμο από την εργατική τάξη. Η ταινία έγινε με χρήματα της ομάδας. Βοήθησαν και άλλος κόσμος οικονομικά. Είναι ο Χρήστος Γιάννου, π.χ., που συνυπογράφει την παραγωγή με τη “Λοκομοτίβα”. Αλλά δες τι σημαίνει αυτό: Ο άνθρωπος αυτός αγαπά το σινεμά και αυτό που κάνουμε, πιστεύει στην ομάδα, δουλεύει στη Νορβηγία σε λεωφορεία και από το υστέρημά του στέλνει όσα μπορεί για να βοηθήσει. Άλλο μέλος της ομάδας, ο Σήφης, βάφει σπίτια στη Γαλλία. Είμαστε παιδιά της τάξης μας δηλαδή. 

Επίσης, αν δεν υπήρχε ο Βελισσάριος (σσ. Βελισσάριος Κοσσυβάκης, ο επικεφαλής της εταιρείας “New Star” που διαχειρίζεται τις αίθουσες “Αλκυωνίς” και “Στούντιο”) να τη διανείμει δεν θα υπήρχε περίπτωση να προβληθεί και είναι συγκινητικό που θα βγει σε αυτές τις αίθουσες. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι οι ταινίες του Φεστιβάλ Ολυμπίας για Παιδιά και Νέους προβλήθηκαν φέτος εκεί. Η διανομή ήταν από τα κύρια προβλήματα. Περισσότερο ίσως και από την παραγωγή». 

- Τι νέο ετοιμάζετε;

- «Την ταινία που ετοιμάζουμε τώρα αποφασίσαμε να την κάνουμε σε συμπαραγωγή με το Εργατικό Κέντρο Λαυρίου, πιάνοντας το νήμα σύνδεσης της τέχνης μας με την εργατική τάξη που είχε χαθεί πολλά χρόνια, από την εποχή του μεσοπολέμου που τα συνδικάτα συμμετείχαν στην κινηματογραφική διαδικασία. Κυρίως αυτό λειτούργησε στη Γερμανία και σε κάποιες ταινίες στην Ιταλία. Αν το εργατικό κίνημα ήταν σε ανάπτυξη πολλά πράγματα θα μας ήταν πιο εύκολα. Δηλαδή αν οι Ταβιάνι ξεκίναγαν σήμερα, πολύ πιθανόν να μην κάνανε ταινίες. Οι Ταβιάνι θα κάνουν πάντα ταινίες όσο ζουν γιατί δημιούργησαν σε μια περίοδο ανάπτυξης του κινήματος. 

Δεν έχουμε αυταπάτες ότι η τέχνη μπορεί να αλλάξει τον κόσμο, αλλά μπορεί να συμβάλλει σε αυτό. Ας κάνουμε ένα πείραμα. Ξέρουμε ένα όνομα νεκρού από την εξέγερση των καπνεργατών στην Καλαμάτα την περίοδο του μεσοπολέμου; Το θυμάται κανείς; Όχι. Τον νεκρό όμως από τον Μάη του ’36 στην Θεσσαλονίκη, τον Τάσο Τούση, τον ξέρουμε. Γιατί; Λόγω του Ρίτσου. Η καταγραφή λοιπόν των γεγονότων στην ταινία της Θεοδοσίας δεν είναι μόνο για το σήμερα. Και θα έχει μεγαλύτερη αξία όσο περνάει ο καιρός».
 

Sequence 050

Συντελεστές του ντοκιμαντέρ 

Σκηνοθεσία: Θεοδοσία Γραμματικού
Σενάριο – Κείμενα: Φώτης Μιχαλόπουλος
Επιμέλεια κειμένου: Θεοδοσία Γραμματικού, Κώστας Σταματόπουλος
Διεύθυνση παραγωγής: Κώστας Σταματόπουλος
Διεύθυνση φωτογραφίας: Θεοδοσία Γραμματικού, Χρήστος Γιάννου

Μοντάζ: Σωτήρης Γκέκας, Γιώργος Διδυμιώτης
Αφήγηση : Φώτης Μιχαλόπουλος, Ελίνα Καπετάνου
Συνεντεύξεις: Νίκος Γκιόλιας, Γιώργος Καραγιάννης, Παναγιώτης Κατσαρός, Σοφία Κατσαρού, Δημήτρης Λιάκος, Παναγιώτης Παπανικολάου, Νάσος Παυλάκης
Β. Σκηνοθέτη: Βαγγέλης Κάλοου
Οργάνωση Παραγωγής: Σήφης Στάμου
Ηχοληψία: Κώστας Παπασπύρου, Γιώργος Θεοφάνους
Studio ηχοληψίας: Cpwayfarer, Kollektiva

Sound editor: Σωτήρης Γκέκας
Color Correction: Salim Saifedine
Special effects: Κώστας Σκανδάλης
Ακούστηκαν τα τραγούδια
«Έτσι και αλλιώς», Υπεραστικοί
Μουσικοί – στίχοι: Υπεραστικοί
Τέχνη εν Κινήσει

«The story you told», Common I
Μουσικοί – στίχοι: Common I
Τέχνη εν Κινήσει

«Remember», Boxcar Betty
Μουσικοί – στίχοι: Boxcar Betty
Τέχνη εν Κινήσει

«Εκεί που λιώνει το ατσάλι», Βαγγέλης Μαγνήσαλης
Αρχειακό υλικό – πλάνα
902 TV
Εργατικό κέντρο Ελευσίνας
Προσωπικό υλικό Χαλυβουργών

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου