-->

Παρασκευή 19 Δεκεμβρίου 2014

Φώντας Λάδης: Τέχνη, πολιτική, πολιτικό τραγούδι*

left.gr 

*Διαβάστηκε στην  παρουσίαση του βιβλίου «Καθημερινός Φασισμός» (εκδόσεις Μετρονόμος), που έγινε στην «Αλκυονίδα» την Τετάρτη,  10 Δεκεμβρίου 2014.

Λέμε συχνά «πολιτικό τραγούδι» ή «πολιτική τέχνη»: Έχει δικαίωμα η πολιτική να παρεμβαίνει στην τέχνη ή το αντίστροφο; Έχει δικαίωμα ο καλλιτέχνης, ο συγγραφέας -ο δημιουργός- να επηρεάζεται από τις στενές ή ευρείες πολιτικές του απόψεις και να τις μεταγγίζει στο έργο του, με σκοπό να επηρεάσει ανάλογα τους ακροατές, τους θεατές, τους αναγνώστες του; Αλίμονο, αν δεν το κάνει. 

Αρκεί να το αισθάνεται ως  μια αδήριτη ανάγκη. Όπως είναι ελεύθερος κάθε καλλιτέχνης να εκφράσει τα αισθήματα και τις σκέψεις του για κάθε τι που τον διακατέχει, κάνοντας ερωτική, κοινωνική, ιστορική,  ή θρησκευτική τέχνη , να εκφράζει τα όποια του πιστεύω αισθητικά, φυσιολατρικά ή φιλοσοφικά -για να πούμε μερικά παραδείγματα-  έτσι είναι ελεύθερος να κάνει και μια τέχνη, λίγο ή πολύ διαποτισμένη από τα ιδεολογικά ή πολιτικά του πιστεύω. 

Tο αποτέλεσμα έχει σημασία. Το πρώτο, το κυρίαρχο  κριτήριο στη  τέχνη είναι το αισθητικό, με την τελική, συνολική  μορφή και το περιεχόμενο  να νοούνται ως ένα πράγμα. Μόνο συμπληρωματικά, ως δεύτερο ή τρίτο, μπορούν να μπουν  άλλα κριτήρια. Πρώτα μας ενδιαφέρει, αν  ένα καλλιτέχνημα  -στην περίπτωσή μας ένα τραγούδι- πληρεί τους δυο βασικούς όρους, δηλαδή την πρωτοτυπία,  την αυθεντικότητα  και, δεύτερον, αν διαποτίζεται από  την  ειλικρίνεια των συναισθημάτων.

Αν αυτά τα δύο υπάρχουν στο έργο τέχνης, όποιο και αν είναι το θεματικό του περιεχόμενο, έχουμε ένα επίτευγμα για την ανθρώπινη προσπάθεια και αξιοπρέπεια και έτσι πρέπει να αθροιστεί μέσα στον εσωτερικό μας κόσμο. Αν σ΄ αυτό που δημιουργούμε αυτά τα δύο -η πρωτοτυπία και η ειλικρίνεια- λείπουν, θ’ αφήσουμε ανεπηρέαστη την  γύρω μας πραγματικότητα, πιθανό δε  να κάνουμε κακό σ’ αυτό που θέλουμε να πετύχουμε.

Ερχόμαστε σ’ ένα δεύτερο ερώτημα. Μπορεί η τέχνη ν’ αλλάξει άμεσα τα πράγματα; Όπως και να εννοεί κανείς τις λέξεις αλλάξει και άμεσα,  η απάντηση είναι πάλι μία. Φυσικά και μπορεί. Το βασικό κίνητρο δημιουργού και κοινού είναι η ψυχαγωγία.  H τέχνη μπορεί ν’ αλλάξει τα πράγματα –όπως άλλωστε και η παιδεία και η επιστήμη και κάθε ανθρώπινη δραστηριότητα.  Μια κοινωνία που ψυχαγωγείται σωστά προχωράει και σωστά. Σκεφθείτε μόνο την κλασική Αθήνα και την τέχνη στην Ρωσία λίγο πριν και λίγο μετά την επανάσταση του 1917. 

Γι αυτό ερίζουν όλοι γύρω από  την τέχνη.  Και  είναι κρίμα που πολλά ταλέντα φθείρονται ή χάνονται, καθώς μετατρέπονται σε μηχανές παραγωγής τυποποιημένων,  εφήμερων προϊόντων από τα μεγαθήρια της μαζικής ψυχαγωγίας και τέχνης. Η τέχνη, λοιπόν, και μαζί με όλα τα άλλα και η τέχνη του απλού τραγουδιού -όχι μόνη της βέβαια, αλλά μαζί με όλες τις σύστοιχες δραστηριότητες-  μπορεί ν’ αλλάξει τις συνειδήσεις και  τον κόσμο, ακριβώς γιατί, όση λογική κι αν εμπεριέχει, εκφράζεται με το συναίσθημα. Αυτό, το συναίσθημα, είναι που τελικά κάνει τη διαφορά, που κινεί τον κόσμο. 

Ωστόσο  υπάρχει και το θέμα της χρήσης της τέχνης, - όπως και της παιδείας, της επιστήμης κλπ.- του τρόπου δηλαδή με τον οποίο την προσλαμβάνουμε ή την αφομοιώνουμε. Παραδείγματα: Ξαπλωμένος στο κρεβάτι δεν μπορείς να τραγουδάς το « Εμπρός,  σηκωθείτε να βγούμε στους δρόμους» ούτε, αν είσαι  πιανίστας, μπορείς να παίζεις το «Ο δρόμος είχε την δική του ιστορία» μέσα σ’ ένα καμπαρέ. Πολύ περισσότερο δεν μπορείς  να αποσπάς ψήγματα από την ποίηση του Σολωμού ή του Καβάφη και να τα χρησιμοποιείς σαν σλόγκαν lifestyle, χωρίς σύνδεση με κάτι από αυτά που ενέπνευσαν τον ίδιο  τον δημιουργό τους.

Σημασία επίσης έχει  το σε ποιους  –κατά κύριο λόγο, τουλάχιστον- απευθύνεται η τέχνη και το  τι παίρνουμε κάθε φορά από τα πολλαπλά μηνύματα που τo έργο τέχνης εκπέμπει , όπως και το  ποιοι είμαστε εμείς ως δέκτες. Πολλά στελέχη των ναζί και ο ίδιος ο Χίτλερ, είναι γνωστό αυτό,   ήταν  φιλότεχνοι. Ένα κριτήριο, λοιπόν,  δεν αρκεί ποτέ στα ανθρώπινα. Συμπέρασμα: ΄Ενα μόνο είδος δραστηριότητας δεν μπορεί να κινήσει τα πράγματα. Η μια δραστηριότητα επηρεάζει την άλλη.  Ψάχνουμε για τον τέλειο συνδυασμό. 

Αν όμως η τέχνη, που επηρεάζεται από τα εμφανή, συλλογικά κίνητρα και τους κραδασμούς της Ιστορίας, δεν μπορεί να επηρεάσει η ίδια με τη σειρά της την Ιστορία, όπως ίσως καλοπροαίρετα  πιστεύουν πολλοί, τότε γιατί η Ιστορία της ανθρωπότητας είναι γεμάτη από απαγορεύσεις, φιμωμένους καλλιτέχνες και στάχτες από καμένα βιβλία; Aλίμονο,  αν κάποιος δεν πιστεύει ότι τα επιτεύγματα του καλλιτεχνικού και πολιτιστικού κινήματος της δεκαετίας του ‘ 60, για παράδειγμα, δεν συνέβαλαν άμεσα στην ενίσχυση ενός γενικότερου πολιτικού και κοινωνικού αγώνα έως τουλάχιστον την μεταπολίτευση. 

Βέβαια η τέχνη δεν μπορεί να επηρεάσει άμεσα τα πολιτικά πράγματα σε όλο της το εύρος. Η πολιτική τέχνη όμως μπορεί. Παράλληλα υπάρχουν άριστα καλλιτεχνήματα που επηρεάζουν πιο μακροπρόθεσμα, έμμεσα και με αργούς ρυθμούς αλλά το ίδιο ουσιαστικά τη ζωή μας

Το βιβλίο που παρουσιάζουμε σήμερα περιέχει 26 ποιήματα προς μελοποίηση, που γράφτηκαν όλα στη μέση της δεκαετίας του  ‘70. Οι δικτατορίες παλαιάς κοπής και τα μιλιταριστικά καθεστώτα που βασίλευαν σε πολλές χώρες  είχαν αρχίσει  τότε να μεταλλάσσονται, να κάμπτονται, να υποχωρούν, ενώ νέα ακροδεξιά σχήματα είχαν αρχίσει  να σηκώνουν  κεφάλι αλλού και στην Ελλάδα. 

Τα ποιήματα του βιβλίου μελοποιήθηκαν τότε από τον Γιώργο Τσαγκάρη αλλά συνάντησαν την άρνηση των δισκογραφικών εταιρειών να τα κυκλοφορήσουν σε δίσκο. Αμέσως μετά, ένα τραγούδι, Ο Φασισμός, μελοποιήθηκε θαυμάσια από τον Θάνο Μικρούτσικο και ερμηνεύτηκε επίσης σπουδαία από τη Μαρία Δημητριάδη. Η ιστορία αυτών των στίχων  περιγράφεται στον πρόλογο και στις σημειώσεις του βιβλίου, που κλείνει με ένα κείμενο για το πολιτικό τραγούδι. Εκεί καταγράφονται   οι μουσικές και ποιητικές μορφές που ιστορικά μπορεί να πάρει ένα πολιτικό τραγούδι και τα μέσα που χρησιμοποιεί, που είναι πολλά και, μέσα σ΄όλα αυτά, ένα από τα πιο αποτελεσματικά και δημοφιλή είναι η σάτιρα. 

Οι στίχοι τελικά δεν είναι παρά πινελιές σ’ ένα αλυσιδωτό σκιαγράφημα του φασισμού και των αιτίων του. Υπάρχουν βέβαια και κάποια ποιήματα πιο συνθετικά,  που δίνουν μια γενικότερη εικόνα του φαινομένου. ‘Ενας ορισμός είναι ιδιαίτερα δύσκολο να δοθεί για το πολιτικό τραγούδι, γιατί δίπλα του υπάρχει και αυτό που θα το χαρακτηρίζαμε ως κοινωνικό τραγούδι. Πρόκειται για δυο συγγενή είδη, που συχνά αλληλοεπικαλύπτονται  αλλά δεν ταυτίζονται.  Θα μπορούσε κάποιος να πει,  ότι το ένα είναι τμήμα, είδος του άλλου και αντίστροφα. 

Είναι όμως έτσι; 

Η «Δραπετσώνα»  είναι σίγουρα ένα πολιτικό τραγούδι –σύγχρονο και καινοτόμο στην εποχή του-, δοσμένο μέσα από μια παραδοσιακή μουσική φόρμα. Όμως δεν είναι το ίδιο  πολιτικό και κάθε άλλο  τραγούδι που καταγγέλλει γενικά  την κοινωνική αδικία, που απλώς διαμαρτύρεται  ή έστω  καταδείχνει  το πρόβλημα.  Η διάκριση δεν ξεκινάει από την διαφορά στη μουσική φόρμα, στο μουσικό ιδίωμα, ή τα ποιητικά μέσα, όσο από το ιδιαίτερο θεματικό περιεχόμενο του τραγουδιού και τον τρόπο, τον βαθμό, που η στιχουργική και η μουσική μορφή το βοηθούν να φτάσει άμεσα και καίρια το στόχο του. 

Θα μπορούσαμε να πούμε, πως πολιτικό τραγούδι είναι αυτό που όχι μόνο διαμαρτύρεται έντονα ή καταδείχνει το πρόβλημα αλλά εκείνο που αποκαλύπτει ή κάνει πρόδηλες τις αιτίες  του και που, επιπλέον, κάποιες φορές, άμεσα ή έμμεσα, προτρέπει τον ακροατή να αγωνιστεί για τη λύση του. Άλλωστε, όπως  και στη ζωή, έτσι και εδώ, μπορούμε να έχουμε τραγούδια- υβρίδια ή τραγούδια-μιγάδες, όπου συνυπάρχουν διάφορα στοιχεία. ‘ Ένα τραγούδι μπορεί, για παράδειγμα,  να είναι πολιτικό και ερωτικό μαζί. 

Το πολιτικό τραγούδι,  τέλος, για να πετύχει τους στόχους του, πρέπει να είναι με τον τρόπο του λαϊκό. Δεν εννοούμε  μια στείρα ελληνικότητα. Αντίθετα. Σ’ αυτό το είδος τραγουδιού υπάρχει μεγάλη αλληλεπίδραση, μουσική και ποιητική , με την αντίστοιχη δημιουργία άλλων χωρών.

Το θεατρικό  τραγούδι, το τραγούδι του βαριετέ, η μπαλάντα, τα αντιστασιακά τραγούδια άλλων λαών, λαϊκά ή έντεχνα, διαμορφώνουν συχνά το έδαφος για να δράσει και ο ΄Ελληνας δημιουργός σε ένα δύσκολο αλλά αναγκαίο συνδυασμό με τα καθαρά, αντίστοιχα  ελληνικά στοιχεία. Ας θυμηθούμε τα τραγούδια για το θέατρο, για τις παραστάσεις του Καρόλου Κουν, που έγραψε ο  Μάνος Χατζιδάκις,(Κύκλος με την Κιμωλία, Ματωμένος Γάμος, Παραμύθι χωρίς όνομα, Η αυλή των θαυμάτων), τον ΄Ομηρο του Μίκη Θεοδωράκη, τα Τραγούδια του Δρόμου του Μάνου Λοϊζου, τα πρώτα τραγούδια του Σαββόπουλου, τα  Γράμματα από τη Γερμανία, τα Νέγρικα, τα Μικροαστικά και τα Μαθήματα Πολιτικής Οικονομίας, το Μαουτχάουζεν, για να δούμε αυτή την διεύρυνση και  σύνθεση των εκφραστικών οριζόντων των Ελλήνων δημιουργών. 

Στο ποιητικό πεδίο, ο  Βασίλης Ρώτας, ο Ελύτης και  ο Γκάτσος με τις μεταφράσεις έργων του Μπήαν, του Λόρκα και του Μπρεχτ, η ποίηση του Καμπανέλη, του Ρίτσου και του Λειβαδίτη, τέλος, ο Γιάννης Νεγρεπόντης και η Κωστούλα  Μητροπούλου, ήταν τα σκαλοπάτια που βόηθησαν εμάς, τους αμέσως επόμενους, να αγωνιστούμε για να αποσπαστεί και να εδραιωθεί το πολιτικό τραγούδι ως ένα διακριτό είδος μέσα στο πολύβουο δάσος της ελληνικής μουσικής και στιχουργικής δημιουργίας.

Ας ξαναέρθουμε στο βιβλίο. 

Σε ένα από τα τραγούδια που θα ακούσετε σήμερα υπάρχει ο στίχος: «σ’ αυτή  τη ζήση, που δυο είναι όλοι κι όλοι, μην μπείς σ’ αμάχη, αν δεν κρατάς πιστόλι». 

Τι εννοούμε μ’ αυτό; Τι εννοούμε «τσάκισέ τον», όταν αναφερόμαστε στον φασισμό; Και, πάλι, το θέμα της βίας. Κυρίαρχο στη ζωή όσο και στην τέχνη. Υπάρχει κανείς που να μην νιώθει τη βία καθημερινά επάνω του; Η τέχνη μπορεί και εκφράζεται μέσα από την παραβολή, την παρομοίωση, την συγκινησιακά φορτισμένη προτροπή. Παραδόξως, μ’ αυτόν τον έμμεσο τρόπο  λέει τα πράγματα απλά και άμεσα, δηλαδή  με το όνομά τους, όπως θα λέγαμε πως είναι «σε τελική ανάλυση». 

Η αντίσταση των εργαζομένων και των απλών πολιτών στην πολιτική και οικονομική επίθεση που δέχονται στις μέρες μας ολοένα και πιο μετωπικά μπορεί να είναι στη μορφή της αμυντική αλλά  δεν πρέπει στην  ουσία της να είναι. Πρέπει να είναι μαζική, συμμετοχική, δημοκρατική, ειρηνική. Ωστόσο ο λαός πρέπει να ξέρει να  προστατεύει τον εαυτό του. Αν, όπως τις περισσότερες φορές έχει γίνει, ο αντίπαλος δεν συναινέσει τελικά να δεχτεί την ευρεία λαϊκή ετυμηγορία και ασκήσει βία, όπως άλλωστε έχουμε δει στην Ελλάδα, στην Χιλή και αλλού, το λαϊκό κίνημα πρέπει να έχει τουλάχιστον αυτή την φορά τα μέσα να αντιδράσει σ’ αυτή  την παραβίαση της λαϊκής κυριαρχίας, της θέλησης της πλειοψηφίας . Τι πιο καθαρό, απλό, αυτονόητο; Τι πιο νόμιμο; 

Τι εννοούμε, τέλος, «καθημερινός φασισμός»; 

Το κοινωνικό σύστημα μέσα στο οποίο ζούμε, ο καπιταλισμός, πολλές φορές –και το έχει αποδείξει- μπορεί να κάνει και χωρίς τον φασισμό.  Όχι όμως  το αντίστροφο.
Γενικά οι πολιτικές επιλογές αυτού του οικονομικού συστήματος, όσο περνάει ο καιρός περιορίζονται.
Ο φασισμός γεννήθηκε και γεννιέται μέσα από τις αντιφάσεις και τις αντιθέσεις αυτού του συστήματος, αλλά ποτέ –τελικά- δεν αυτονομήθηκε. Ούτε και θα μπορούσε. Δεν υπάρχει χώρος για ένα τρίτο σύστημα. Ο φασισμός δεν μπόρεσε και δεν μπορεί να γίνει πατροκτόνος. Όσο κι αν οι μάσκες του –με τον καιρό- αλλάζουν, ο φασισμός διατηρεί ακόμα  έντονα κάποια από τα αρχικά του χαρακτηριστικά. Τον εθνικισμό, το ρατσισμό, τη λατρεία του αρχέγονου, την πίστη στον αρχηγό, τον ακραίο αντικομμουνισμό  και άλλα.
΄Όμως ζούμε στον 21ο αιώνα. Το πρόβλημα δεν είναι μόνο –ή κυρίως- ο νεοφασισμός. Αυτός και ο άκρατος νεοφιλελευθερισμός είναι σίγουρα δυο εντελώς αντίθετοι κόσμοι, αλλά δυστυχώς γι αυτούς –αλλά και για μας- έχουν κοινή πηγή και διεκδικούν με διαφορετικούς τρόπους τις ίδιες σάρκες, τις δικές μας. 

Δεν εξομοιώνονται  σε καμιά περίπτωση. Και το πρόβλημα μιας κοινής, μετωπικής βάσης ενάντια στο φασισμό, εκεί που σηκώνει κεφάλι, τίθεται πάλι και πάλι και συχνά με ορισμένους παλιούς –και σωστούς- όρους. Επιπλέον, στην  κοινή δράση κατά του νεοφασιστικού φαινομένου δεν μπορούμε να εκβιάσουμε τη συναίνεση των άλλων αντιφασιστών στις δικές μας αναλύσεις. Μπορούμε όμως να τους πείσουμε με τη δράση μας, τη στάση μας  και τη δύναμη των ιδεών μας.

Τι λένε οι δικές μας αναλύσεις; 

ένε ότι εκεί που τα πράγματα και οι αντιπαλότητες των επιμέρους πολιτικών μορφών αυτού του άναρχου και άδικου κοινωνικού συστήματος σίγουρα μπερδεύονται ,είναι οι ενδιάμεσοι χώροι. Και είναι αρκετοί. Εννοούμε νοοτροπίες και ιδεολογικούς μηχανισμούς που γίνονται συχνά θύλακες, προθάλαμοι μιας νέας αντιδημοκρατικής επιβολής πραγμάτων με άλλα μέσα – όχι στρατιωτικά. Παράδειγμα ο ευτελισμός, ο με κάθε τρόπο παραμερισμός του κοινοβουλίου, η ουσιαστική παραβίαση του συντάγματος, η σύμφυση οικονομικής και πολιτικής εξουσίας, όπου τα ίδια πρόσωπα παίζουν πότε τον έναν και πότε τον άλλο ρόλο, τελικά η εξασθένιση και η εξουδετέρωση της πολιτικής , η αλλοίωση των συνειδήσεων μέσα από τα ΜΜΕ,  η αδρανοποίηση και αποπολιτικοποίηση του καταναλωτικού ανθρώπου και τόσα άλλα.

Ολ’ αυτά πριονίζουν σιγά-σιγά όλη, την λίγη ή πολλή δημοκρατία και τις ατομικές ελευθερίες που οι εργαζόμενοι μπορεί ακόμα να έχουν σε ορισμένες χώρες και οδηγούν ολοφάνερα σε μια κοινωνία ευνουχισμένων, λοβοτομημένων ατόμων, που όλο και περισσότερο τυπικά θα ασκούν κάποια δικαιώματά τους, που την ίδια στιγμή θα παραβιάζονται σε χίλιους άλλους, πολύ σημαντικούς επίσης τομείς. Πώς θα ονομάζατε εσείς ένα τέτοιο σύστημα;

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου