-->

Τετάρτη, 31 Δεκεμβρίου 2014

Μαζί τους, του Κώστα Σβόλη

rednotebooks

Θεωρητικά ο ουρανός θα έπρεπε να είναι έναστρος αυτή τη γλυκιά βραδιά, όμως τα άστρα τα επισκίαζαν τα φώτα τις πόλης, και ο θόρυβος από τα αμάξια δεν σ” άφηνε να γαληνέψεις ούτε αργά την νύχτα. Περπάταγε χαλαρά, παράλληλα με τις γραμμές του τρένου, κοιτώντας εδώ και κει στις γωνίες του δρόμου  και σε κανένα καλάθι σκουπιδιών στις κολόνες για τίποτα που να αξίζει τον κόπο, βασικά για κάτι που να τρώγεται. Όχι πως ήταν τελείως νηστικός, κάπως είχε καταφέρει να ξεγελάσει την πείνα του και σήμερα, έστω και με κάτι μισοσάπια φρούτα που βρήκε μετά το τέλος μιας λαϊκής κι ένα μισογεμάτο σακουλάκι πατατάκια στην στάση ενός λεωφορείου.  Ανέβηκε  στην μικρή πεζογέφυρα για να περάσει απέναντι τις γραμμές, στάθηκε  όμως πρώτα λίγο πάνω της και, ακουμπώντας στην κουπαστή, χάζεψε ένα τρένο που έτυχε να περνάει εκείνη την ώρα. 

Και αν πήδαγε; Δε θα έχανε και τίποτα. Ένα ακόμα συμβάν στα τόσα, μάλιστα θα τους παίδευε να βρουν την ταυτότητά του. Ποιους άραγε θα καλούσαν στο νεκροτομείο για την αναγνώριση; Ίσως τον πατέρα του, θα είχε τάχα κι εκείνη την ύστατη στιγμή την αποστασιοποίηση που είχε σ” όλη του ζωή; Μπορεί απλά να έλεγε ένα ξερό «Αυτός είναι», φυσικά αν ζούσε ακόμα ο γέρος του. Αλλιώς; Τη Λένα; Ή τη Μαρίνα; Μπα, αποκλείεται, πού θα τις βρίσκανε; Τίποτα άσχετα ξαδέρφια και θείους που σίγουρα θα είχαν ξεχάσει την ίδια του την ύπαρξη. Στην κηδεία όμως; Ναι, εκεί θα ερχόντουσαν όλοι τους… Θ’ ανταμώνανε μετά από πολύ καιρό… Στα μαύρα, σιγά την διαφορά από τις άλλες μέρες! Και θα καπνίζανε, συνέχεια θα καπνίζανε… Θ’ αρπάζανε το φέρετρο μέσα από την  εκκλησία, θα πέταγαν μακριά τα στεφάνια, θα το βγάζανε στον περίβολο και θα ερχόντουσαν ο ένας μετά τον άλλο δίπλα του και θα λέγανε ιστορίες… Οι πιο πολλές θα ήταν αστείες, κάποιες θα ήταν συγκινητικές...

Το γέλιο και το κλάμα θα εναλλάσσονταν. Θα ψάχνανε μια σημαία να απλώσουν πάνω, αλλά κανένας δεν θα το είχε σκεφτεί, έτσι θα απλώνανε το μπορντό σάλι της Μαρίνας και ξεκινώντας για τον λάκκο θα ψιθύριζαν: 
«Ανέμισες για μια στιγμή το μπολερό
και το βαθύ πορτοκαλί σου μεσοφόρι
Αύγουστος ήτανε δεν ήτανε θαρρώ
τότε που φεύγανε μπουλούκια οι σταυροφόροι…» 
Για τελευταίο χαιρετισμό θα ύψωναν τις γροθιές τους και θα σπάζανε μπουκάλια μπύρας πάνω στο φέρετρο, ύστερα θα πηγαίνανε να πιουν πριν χαθούνε και πάλι στο λαβύρινθο της ζωής. Ένα μικρό διάλειμμα, μια παύση μ” έναν κόμπο στο λαιμό που θα υποχωρούσε τις επόμενες μέρες μέχρι να ξεχαστεί τελείως. 

Μπορεί όμως να πήδαγε και να στεκότανε στην οροφή των βαγονιών, όπως οι ληστές τρένων στα γουέστερν, θα έτρεχε τότε προς την μηχανή θα έβγαζε το εξάσφαιρο και θα ‘λεγε «Αλλαγή πορείας, τροχοδρομούμε  προς την ουτοπία». Καλπάζοντας οι φίλοι θα πλεύριζαν το τρένο με ιαχές αγρίων, βαμμένοι με τα χρώματα του πιο όμορφου πανηγυριού. Χαμογέλασε και τράβηξε προς το δρόμο του. Κατεβαίνοντας από την γέφυρα, τίποτα από όλα αυτά δεν πρόκειται να συμβεί, σκέφτηκε, απλά θα έψαχνε ένα μέρος για να κοιμηθεί. 

Ξύπνησε από τη ζέστη, η πικροδάφνη στην ρίζα της οποίας κοιμήθηκε βρισκότανε σ” ένα εγκαταλειμμένο οικόπεδο ανάμεσα σε δυο πολυκατοικίες, σε ένα σημείο η σκουριασμένη περίφραξη με συρματόπλεγμα άφηνε ένα μικρό πέρασμα. Το οικόπεδο εκτός από τα ψηλά ξερά χόρτα, τα σκόρπια παλιοσίδερα και τα σπασμένα τούβλα, ένα σαραβαλιασμένο παιδικό καρότσι και μια διαλυμένη ζάντα, στη μια μεριά είχε μια αγριοσυκιά και στην άλλη, στο βάθος της, μια πικροδάφνη με βιολετί ανθούς. Δεν είχε επιλέξει τυχαία την πικροδάφνη, εκτός του ότι κάτω από την συκιά κάνεις βαρύ ύπνο, η πικροδάφνη σε προφυλάσσει από τα έντομα και τα ποντίκια, σιγομουρμούρισε «Στης πικροδάφνης τον ανθό και στης ιτιάς το δάκρυ, που στάζει όλο παράπονο στης ποταμιάς την άκρη…». 

Αυτή την γειτονιά δεν την ήξερε καλά, ήταν πέρα από τις γραμμές του τρένου. Συνεργεία αυτοκινήτων, μάντρες με ανταλλακτικά, αποθήκες και μεταφορικές εταιρείες και οικόπεδα με στοιβαγμένες παλέτες και τεράστια ξύλινα καρούλια καλωδίων συμπλήρωναν το σκηνικό, μαζί μ” εργατικές πολυκατοικίες, παλιές διώροφες κακοτοιχισμένες μονοκατοικίες και λιγδιασμένες καντίνες με σκισμένες πράσινες τέντες και διαλυμένες πλαστικές καρέκλες. Η άσφαλτος στους δρόμους είχε χάσει το χρώμα της εδώ και καιρό και οι λακκούβες στο οδόστρωμα μερικές φορές μοιάζανε με μικρούς κρατήρες. 

Ναι, σ” αυτή την περιοχή είχε άπειρα μέρη να κοιμηθείς και να στήσεις την καβάτζα σου, από την άλλη όμως η ανεύρεση του φαγητού ήταν μια δύσκολη υπόθεση. Δεν είναι τυχαίο που οι πιο πολλοί άστεγοι προτιμάνε το κέντρο της πόλης, κι ας είναι λίγες οι καλές μεριές, κι ας έχουν να αντιμετωπίσουν τις σκούπες των μπάτσων και την πνιγηρή ατμόσφαιρα της σήψης και της παρακμής. Τουλάχιστον εδώ τα πράγματα ήταν έτσι πάντα, δεν υπήρχε ποτέ κάποια λάμψη να μετουσιωθεί σε κιτρινωπή αιθαλομίχλη, σε κατεβασμένα ρολά και στη μπόχα των υπαίθριων ουρητηρίων. Δεν την άντεχε αυτή την μπόχα, είχε την εντύπωση ότι μπορεί να γίνει ένα με το πετσί του και να μη βγαίνει με τίποτα από πάνω του. Το καλοκαίρι πότιζε την πόλη και δεν σ” άφηνε να πάρεις ανάσα. Προτιμούσε να πεινάσει παρά να τη συνηθίσει, να την κουβαλάει πάνω του, να σαπίζει σιγά-σιγά μαζί της. 

Θυμήθηκε ένα καλοκαιρινό βραδάκι, πριν από χρόνια, καθόντουσαν στην βεράντα του σπιτιού της μ” ένα κερί αναμμένο και ένα μπουκάλι κρασί στην μέση του τραπεζιού. Ήταν βαρύς και αμίλητος χωρίς αιτία και αφορμή, το βλέμμα του ήταν απόμακρο σαν να έβλεπε αυτά που θα ερχόντουσαν, μα δεν είχε λόγια να τα περιγράψει. Διέκρινε την ανησυχία στα μάτια της, μα δεν είχε  τρόπο να την καθησυχάσει, σηκώθηκε όρθιος, τη χάιδεψε δειλά στα μαλλιά και της είπε «Πάω για ύπνο» και η καρδιά της σφίχτηκε. Μετά από λίγη ώρα ήρθε και ξάπλωσε δίπλα του, ένιωθε πως ήθελε να τον πάρει αγκαλιά αλλά δεν τολμούσε, αυτός κουλουριάστηκε ακόμα πιο πολύ, για να πιάνει λιγότερο χώρο. Τους πήρε ο ύπνος έτσι, χωρίς να αγγιχτούν όλο το βράδυ. 

Απόσπασμα από το μυθιστόρημα του Κώστα Σβόλη «Μαζί τους», που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις των Συναδέλφων.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου