-->

Σάββατο 25 Απριλίου 2015

Η αισθητικοποίηση της πολιτικής


του Νίκου Δασκαλοθανάση

Η τέχνη δεν μπορεί να αλλάξει τον κόσμο. Μόνη η πολιτική δράση το μπορεί. Όταν λοιπόν η πολιτική δράση «αισθητικοποιείται», τότε καθίσταται συμβολική, δηλαδή, εν πολλοίς, ακίνδυνη. Μια ομάδα μαυ­ρο­ντυ­μέ­νων αγο­ριών και κο­ρι­τσιών που κρα­τούν σιω­πη­λά εμπρός από το πρό­σω­πό τους ένα λευκό προ­σω­πείο έχει κα­τα­λά­βει την πλα­τεία Συ­ντάγ­μα­τος δια­μαρ­τυ­ρό­με­νη για τα μέτρα λι­τό­τη­τας. Μια άλλη ομάδα, σε άλλη στιγ­μή, στέ­κε­ται αμί­λη­τη κρα­τώ­ντας αναμ­μέ­να κεριά μπρο­στά από τον κι­νη­μα­το­γρά­φο Ατ­τι­κόν, στο κέ­ντρο της Αθή­νας, για να εκ­δη­λώ­σει τη δια­μαρ­τυ­ρία της για την κα­τα­στρο­φή του κτι­ρί­ου κατά τη διάρ­κεια συ­γκρού­σε­ων δια­δη­λω­τών-αστυ­νο­μί­ας. Εκ­παι­δευ­τι­κοί, πάλι στο Σύ­νταγ­μα, περ­νούν γύρω τους αλυ­σί­δες, για να κα­ταγ­γεί­λουν την κυ­βερ­νη­τι­κή πο­λι­τι­κή στο χώρο της παι­δεί­ας.

Πέραν του γε­γο­νό­τος ότι πρό­κει­ται για δια­μαρ­τυ­ρί­ες με –λι­γό­τε­ρο ή πε­ρισ­σό­τε­ρο συ­γκε­χυ­μέ­να– πο­λι­τι­κά αι­τή­μα­τα, τι συν­δέ­ει άραγε αυτές τις, κατά τα άλλα ασύν­δε­τες με­τα­ξύ τους, ενέρ­γειες; Ένα, νο­μί­ζω, στοι­χείο: το «αι­σθη­τι­κό» τους πε­ριε­χό­με­νο. Πράγ­μα­τι, το λευκό προ­σω­πείο, η βουβή πα­ρα­μο­νή των αν­θρώ­πων στο χώρο, το φως του κε­ριού, η συμ­βο­λι­κή χρήση των αλυ­σί­δων, όλ’ αυτά, πα­ρα­πέ­μπουν μάλ­λον σε ει­κα­στι­κή περ­φόρ­μανς παρά σε πο­λι­τι­κή δια­μαρ­τυ­ρία ·πα­ρα­πέ­μπουν δη­λα­δή μάλ­λον στην τέχνη παρά στην πο­λι­τι­κή. Υπό ποιες προ­ϋ­πο­θέ­σεις έχει άραγε πραγ­μα­το­ποι­η­θεί μια τέ­τοια με­τα­τό­πι­ση;

Είναι αλή­θεια ότι τα τε­λευ­ταία χρό­νια όπου η αξιο­πι­στία του πο­λι­τι­κού συ­στή­μα­τος έχει αγ­γί­ξει το ναδίρ της, έχει εκ­δη­λω­θεί μια ανά­γκη για «εναλ­λα­κτι­κούς» τρό­πους πο­λι­τι­κής δια­μαρ­τυ­ρί­ας. Η ανά­γκη αυτή εδρά­ζε­ται στην πε­ποί­θη­ση ότι η πα­ρα­δο­σια­κή πο­λι­τι­κή δράση δεν απο­τε­λεί πλέον μια ελ­κυ­στι­κή πρό­τα­ση για την κι­νη­το­ποί­η­ση των πο­λι­τών, ιδίως των νέων. Οι συν­δι­κα­λι­στι­κοί ή κομ­μα­τι­κοί σχη­μα­τι­σμοί που συ­νε­χί­ζουν να τη χρη­σι­μο­ποιούν ως θε­με­λιώ­δες πο­λι­τι­κό όπλο, εκλαμ­βά­νο­νται ως συ­νυ­πεύ­θυ­νοι για την έκ­πτω­ση του συ­νό­λου των πο­λι­τι­κών αξιών οι οποί­ες είχαν εκ­θρέ­ψει τις πα­λιό­τε­ρες γε­νιές. 

Η ελά­χι­στη συμ­με­το­χή που πράγ­μα­τι πα­ρα­τη­ρεί­ται συχνά στις δια­δη­λώ­σεις όπου προ­σκα­λεί, για πα­ρά­δειγ­μα, μια ερ­γα­τι­κή συ­νο­μο­σπον­δία του εύ­ρους της ΓΣΕΕ, και μά­λι­στα εν μέσω κρί­σης, χρη­σι­μο­ποιεί­ται εδώ ως κε­ντρι­κό επι­χεί­ρη­μα επι­βε­βαί­ω­σης της πα­ρα­πά­νω άπο­ψης. Η επι­νοη­τι­κό­τη­τα της τέ­χνης, αντι­θέ­τως, θε­ω­ρεί­ται ότι μπο­ρεί να λει­τουρ­γή­σει και ελ­κυ­στι­κό­τε­ρα και απο­τε­λε­σμα­τι­κό­τε­ρα: ακόμη και μια μικρή ομάδα αν­θρώ­πων που προ­βά­λει ένα πο­λι­τι­κό αί­τη­μα με ευ­φά­ντα­στο τρόπο –η τέχνη απο­τε­λεί εδώ δε­ξα­με­νή ιδεών– μπο­ρεί να προ­σελ­κύ­σει το εν­δια­φέ­ρον πολύ πε­ρισ­σό­τε­ρων αν­θρώ­πων. Εξ’ ου και η χρήση των προ­σω­πεί­ων, των κε­ριών, των αλυ­σί­δων. Τι θα μπο­ρού­σε να αντι­τεί­νει κα­νείς σε αυτή την ευ­λο­γο­φα­νή θέση της οποί­ας οι θια­σώ­τες αυ­το­ε­παί­ρο­νται συχνά ως εν­σαρ­κω­τές ενός νέου, και μά­λι­στα ακραιφ­νώς προ­ο­δευ­τι­κού, πο­λι­τι­κού ιδε­ώ­δους; Ας το σκε­φτού­με λίγο.

Η τέχνη είναι ένα συμ­βο­λι­κό ανα­πα­ρα­στα­τι­κό σύ­στη­μα. Η πο­λι­τι­κή δράση, αντι­θέ­τως, αν και χρη­σι­μο­ποιεί σύμ­βο­λα, δεν είναι: εκτυ­λίσ­σε­ται πά­ντο­τε επί του ορί­ζο­ντα του πραγ­μα­τι­κού, υπάρ­χει, δεν ανα­πα­ρι­στά. Η υπο­κα­τά­στα­ση λοι­πόν μιας πραγ­μα­τι­κής από μια συμ­βο­λι­κή πράξη όχι μόνο δίνει στο σύμ­βο­λο μιαν αξία που δεν δια­θέ­τει αλλά ενέ­χει και έναν άλλο κίν­δυ­νο: «αι­σθη­τι­κο­ποιεί» το πο­λι­τι­κό αί­τη­μα. Η συμ­βο­λι­κή γλώσ­σα μπο­ρεί να θέτει ατέρ­μο­να ζη­τή­μα­τα ακόμη και με ακραίο τρόπο ακρι­βώς επει­δή –συ­νή­θως– τί­πο­τα δεν δια­κυ­βεύ­ε­ται στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. Η σιωπή, για πα­ρά­δειγ­μα, μπο­ρεί να πα­ρά­γει συ­ναι­σθη­μα­τι­κή φόρ­τι­ση, δεν δια­θέ­τει ωστό­σο ούτε την ενο­χλη­τι­κή ισχύ του μα­ζι­κά δια­τυ­πω­μέ­νου ηχη­ρού συν­θή­μα­τος ούτε την ευ­κρί­νειά του. 

Το φως του κε­ριού συν­δέ­ε­ται με έν­νοιες κα­τά­νυ­ξης και πέν­θους, δεν πε­ρι­λαμ­βά­νει όμως τί­πο­τε από την επι­κίν­δυ­νη δυ­να­μι­κή της πραγ­μα­τι­κής φω­τιάς. Η συμ­βο­λι­κή χρήση της αλυ­σί­δας πα­ρα­πέ­μπει αφη­ρη­μέ­να στη στέ­ρη­ση της ελευ­θε­ρί­ας αλλά δεν εκ­φρά­ζει επι­τα­κτι­κά από μόνη της καμιά συ­γκε­κρι­μέ­νη πο­λι­τι­κή διεκ­δί­κη­ση. Κι εάν μια τέ­τοια γλώσ­σα είναι όχι μόνο επι­τρε­πτή αλλά και επι­βε­βλη­μέ­νη στο πεδίο της τέ­χνης –μια και η τέχνη ως συμ­βο­λι­κό σύ­στη­μα δεν δια­θέ­τει κά­ποιαν άλλη– μπο­ρεί άραγε να χρη­σι­μο­ποιεί­ται και στο πεδίο της πο­λι­τι­κής χωρίς να απο­δυ­να­μώ­νει, κα­θι­στώ­ντας «αι­σθη­τι­κό», το πο­λι­τι­κό αί­τη­μα; Γιατί η «αι­σθη­τι­κή» γλώσ­σα δεν δια­θέ­τει σε καμιά πε­ρί­πτω­ση της δυ­να­μι­κή της πο­λι­τι­κής πρά­ξης.

Η συ­νεί­δη­ση αυτής της αδυ­να­μί­ας του «αι­σθη­τι­κού» απο­τε­λεί την αιτία για την οποία τα πιο προηγ­μέ­να κα­θε­στώ­τα του δυ­τι­κού κό­σμου, πα­ρέ­χουν στην τέχνη την από­λυ­τη ελευ­θε­ρία της. Όσο ακραί­ες κι εάν είναι οι μορ­φές της, δεν συ­μπυ­κνώ­νουν παρά συμ­βο­λι­κές «απει­λές». Και μά­λι­στα είναι δυ­να­τόν αυτές οι ακραί­ες μορ­φές όχι μόνο να μην κα­τα­στέλ­λο­νται αλλά και να εν­θαρ­ρύ­νο­νται. Πα­ρέ­χε­ται έτσι ένα πρώ­της τά­ξε­ως άλ­λο­θι φι­λε­λευ­θε­ρο­ποί­η­σης σε κα­θε­στώ­τα που έχουν την ωρι­μό­τη­τα να γνω­ρί­ζουν ότι δεν κιν­δυ­νεύ­ουν από την τέχνη, όσο ακραία και αν είναι. 

Τούτο δεν ση­μαί­νει ότι οι καλ­λι­τέ­χνες δεν πρέ­πει συ­νε­χώς να επι­χει­ρούν να διευ­ρύ­νουν τα όριά της. Κάθε άλλο. Ωστό­σο, οι ση­μα­ντι­κό­τε­ροι από αυ­τούς το γνω­ρί­ζουν καλά: η τέχνη δεν μπο­ρεί να αλ­λά­ξει τον κόσμο. Μόνη η πο­λι­τι­κή δράση το μπο­ρεί.

Όταν λοι­πόν η πο­λι­τι­κή δράση «αι­σθη­τι­κο­ποιεί­ται», τότε κα­θί­στα­ται συμ­βο­λι­κή, δη­λα­δή, εν πολ­λοίς, ακίν­δυ­νη. Έτσι, παρά την προ­σπά­θεια να απο­τε­λέ­σει μιαν εναλ­λα­κτι­κή πρό­τα­ση, η «αι­σθη­τι­κο­ποι­η­μέ­νη» πο­λι­τι­κή δια­μαρ­τυ­ρία λει­τουρ­γεί εντέ­λει ως η άλλη όψη του ίδιου νο­μί­σμα­τος: συ­ντάσ­σε­ται ευ­θέ­ως με όσους επι­χει­ρούν να κα­τα­στή­σουν ανυ­πό­λη­πτη οποια­δή­πο­τε ου­σια­στι­κή μορφή πο­λι­τι­κής δρά­σης. 
_____________________________________
*Ο Τί­τλος ανή­κει στη Σύ­ντα­ξη του Rp. Πρω­το­δη­μο­σιεύ­τη­κε στο πε­ριο­δι­κό «Μετρό» με το τίτλο «Η Τέχνη δεν είναι πο­λι­τι­κή πράξη» τεύ­χος 3

2 σχόλια:

  1. σε αυτή την τεχνητή διχοτόμηση αισθητικού πολιτικού και την προσπάθεια ιεράρχησής τους θα ήθελα να αντιπαραθέσω το κείμενο του Agamben (ο οποίος δίδασκε αισθητική στο πανεπιστήμιο της Βενετίας) man without content. O Agamben προβάλλει μια όψη της τέχνης αρκετά επικίνδυνη ώστε να γκρεμίσει συθέμελα μια κοινωνία. Ας θυμηθούμε την καταδίκη της τέχνης από τον Πλάτωνα, για τον οποίο οι ποιητές δεν έχουν θέση στην πόλη όντας "επικίνδυνοι" για τη δημόσια ζωή. Η αισθητικοποίηση του πολιτικού μπορεί να οδηγήσει σαφέστατα σε μία απογύμνωσή του από τις πιο ρηξικέλευθες ιδέες του, αλλά μια γενίκευση και υπεραπλούστευση που θεωρεί ότι οποιαδήποτε καλλιτεχνική πράξη είναι διαχωρισμένη και κατώτερη μιας πολιτικής τείνει να υποτιμά την ισχυρή δύναμη του συμβολικού και της αναπαράστασης που θίγετε. Το ότι υπάρχουν νεοφιλελεύθερες προσεγγίσεις της τέχνης και της διαμαρτυρίας που καθιστούν την καλλιτεχνική πολιτική πράξη ακίνδυνη είναι γεγονός, όχι όμως κανόνας. Αν η τέχνη είναι τόσο ακίνδυνη γιατί μια παράσταση όπως αυτή στο θέατρο Χυτήριο ξεσήκωσε πλήθος αντιδράσεων; Ίσως θα πρέπει να αναρωτηθούμε ποια είναι τα όρια της ελευθερίας του λόγου η οποία δε διαχωρίζεται από την ελευθερία της καλλιτεχνικής έκφρασης επισημαίνοντας την αυξανόμενη ισχύ της λογοκρισίας μέσα σε ένα ευρύτερο πλαίσιο εκφασισμού. Η αισθητική πρακτική μπορεί να αναζητήσει νέους δρόμους και μέσα έκφρασης αντί να παραιτηθεί από την προσπάθειά της να συνταράξει το κοινωνικοπολιτικό γίγνεσθαι αμφισβητώντας τις συντηρητικότερες εκ των κοινωνικών παραδοχών που οδηγούν στη διάχυση του νεοφασισμού.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Noμίζω, ότι το άρθρο που αναδημοσιεύει η ΤΕΚ, έχει σαν στόχο να αναδείξει πως μέσω της "αισθητικοποίησης της πολιτικής", η πολιτική αποκτά "συμβολική χρήση" συνεπώς, τότε γίνεται ακίνδυνη για το καπιταλιστικό σύστημα. Τούτη η διαπίστωση είναι -εκτιμώ- σωστή και αναδεικνύει έναν δρόμο ενσωμάτωσης στο σύστημα, της πολιτικής που θέλει να συμβάλλει στην ταξική/κοινωνική χειραφέτηση των καταπιεσμένων.

    Η τέχνη σαφώς και δεν μπορεί να αλλάξει από μόνη της τον κόσμο: απαιτείται μια πολιτική που θα συμβάλλει σε αυτό. Ωστόσο η Τέχνη μπορεί να συμβάλλαι -και το κάνει αυτό, σε όλα τα πεδία που ανέδειξε ο πιο πάνω ανώνυμος. Η πολιτική τέχνη στο πλευρό των καταπιεσμένων και του κινήματος, μπορεί να συμβάλλει τα μέγιστα, στην συνειδητοποίηση του κόσμου! Για αυτό και η αστική τάξη μαζί με την εκκλησία, την αναδεικνύουν πάντα σε πολύ σοβαρό αντίπαλό τους!

    Πεδίο δόξης λαμπρό λοιπόν, για τους καλλιτέχνες που θέλουν να συμβάλλουν στην χειραφέτηση των εαυτών τους και των υπόλοιπων ταξικά και κοινωνικά καταπιεσμένων: Να συλλογικοποιηθούν και να παράγουν τέτια έργα!

    ΑπάντησηΔιαγραφή