-->

Δευτέρα, 17 Αυγούστου 2009

Άποψη για τη Συναυλία των FAITH NO MORE

ΣΤΟ ΘΕΑΤΡΟ ΒΡΑΧΩΝ ΒΥΡΩΝΑ


του Νίκου Νικολούδια

 Πολύ ευχάριστη έκπληξη αποτελούν οι μετακλήσεις ξένων καλλιτεχνών διεθνούς εμβέλειας (Loreena Mc Kennitt, Manu Katche, Nine Inch Nails, Jane’s Addiction, Faith no More κτλ.) σε συναυλίες που γίνονται στο θέατρο Βράχων του Υμηττού. Και εκφράζω αυτή την ικανοποίηση εξ’αιτίας του γεγονότος ότι είμαι Βυρωνιώτης κι έχω συνδέσει το χώρο αυτό με εκδηλώσεις που γίνονται αποκλειστικά παρουσία εγχώριων καλλιτεχνών στα πλαίσια των φεστιβάλ των γειτονικών δήμων, όλα αυτά τα χρόνια. Εδώ θ’ αναφερθώ στην συναυλία των Faith no More… Δευτέρα 10/08/2009… Μέσα στο βαθύ καλοκαίρι, το κοινό απέδειξε ότι διψούσε για μια καλοκαιρινή συναυλία, παρά για διακοπές, αφού δεν ήταν λίγοι εκείνοι που τις διέκοψαν για να βρεθούν στο θέατρο Βράχων. Απ’ ό,τι φαίνεται υπάρχουν πολλοί νοσταλγοί του μουσικού ιδιώματος που προσφέρει η αμερικάνικη αυτή μπάντα. Ενός ιδιώματος που έχει προέλθει από τη μίξη όσων μουσικών ρευμάτων κυριάρχησαν στην αμερικανική ήπειρο τις δεκαετίες 60,70 και 80 και που επηρρέασαν και τους FNM.

Το αποτέλεσμα είναι μια «συνάντηση» metal/punk/hardcore σε τύμπανα, μπάσο, κιθάρα, έντονα χρωματισμένους 60's και 70's ήχους keyboards και φωνητικά, κυριολεκτικά κάθε είδους, που η γκάμα τους εκτείνεται από 60’s pop/soul μέχρι death metal αλλά και horror περάσματα, κάνοντας μια σημαντική στάση στη rap, καθιστώντας τους FNM ένα από τα πιο πρωτοποριακά σχήματα των αρχών της δεκαετίας του 90. Στα πλαίσια αυτής της μπάντας ο frontman τους, Mike Patton, κατάφερε να βρει χώρο για τις πειραματικές του αναζητήσεις προσδίδοντας στους FNM μια θεατρικότητα που τους χαρακτηρίζει. Ο Patton βέβαια είχε την ευκαιρία να θέσει σε ακόμη μεγαλύτερες δοκιμασίες τις φωνητικές του χορδές σε projects που συμμετείχε πριν και μετά την σιγή των FNM ΤΟ 1998, όπως ήταν οι Mr.Bungle, Fantômas κ.ά. στα οποία και έμενε κανείς έκπληκτος με το τι μπορούσε να κάνει αυτός ο άνθρωπος με τη φωνή του…

Όλα τα παραπάνω ήταν εκεί τη βραδιά της 10/08/09. Και μάλιστα σε υπερθετικό βαθμό. Η πρώτη εικόνα που μας έδωσαν το αποδεικνύει αυτό. Και αυτή ήταν ένα τραγούδι ειδικό για την περίσταση της επανασύνδεσης της μπάντας: «Reunited» o τίτλος του. Ένα τραγούδι με 60΄s smooth jazz αισθητική στο ύφος των “Easy” και “I started a joke”. Το ντύσιμό τους; Με εξαίρεση τον ντράμερ φορούσαν όλοι τους κοστούμια με έντονα χρώματα. Ψηλοκάβαλα παντελόνια με πιέτες , κάποια στρας , το μπαστούνι που κρατούσε ο Patton, σύμβολο αστικού ντυσίματος και γενικότερα μια εικόνα που παρέπεμπε σε τηλεοπτικό σώου της αμερικάνικης τηλεόρασης της δεκαετίας του 50. Το κομμάτι , σε συνδυασμό με την εμφάνιση αυτή, έδωσε από την πρώτη στιγμή το σατυρικό και εν γένει το θεατρικό ύφος για το οποίο τόσο έχουν αγαπηθεί ή, αν μη τι άλλο, έχουν ξεχωρίσει. Και το κοινό απλόχερα τους αποθέωσε για την εισαγωγή τους αυτή… Η συνέχεια φυσικά ήταν κάπως διαφορετική καθώς τα τραγούδια που ακολούθησαν μας πρόσφεραν το γνωστό, τραχύ ήχο της μπάντας ο οποίος όμως με το προαναφερθέν ντύσιμο δημιουργούσαν ένα εκρηκτικό αισθητικό αποτέλεσμα.
     

Να μιλήσω λίγο για την απόδοση του συγκροτήματος… Μολονότι η εικόνα των περισσοτέρων από τα μέλη των Faith no More δε θύμιζε το παρελθόν τους καθώς η φθορά του χρόνου έκανε αισθητή την παρουσία του πάνω τους, η ποιότητα του performing τους ήταν υψηλότατη. Είχαν πολύ μεγάλη διάθεση αλλά και φρεσκάδα για την ηλικία τους. Σημαντικός παράγοντας που θα μπορούσε να μειώσει την απόδοσή τους είναι το γεγονός ότι βρίσκονται από τις 10/06 σε περιοδεία με πυκνότατο πρόγραμμα, κάτι που όμως δεν τους επηρρέασε. Ειδικά ο Patton, κυριολεκτικά οργίασε. Και όχι μόνο σε αβανταδόρικα σημεία των φωνητικών που εντυπωσιάζουν εύκολα, όπως είναι τα ουρλιαχτά ή τα θεατρικά και τα rap περάσματα αλλά κυρίως στις μελωδικές του γραμμές που κυμαίνονται εκτατικά στις δυσκολότερες περιοχές της ανθρώπινης φωνής. Ειδικά οι μπάσσες νότες του είχαν αξιοζήλευτη ακρίβεια και καθαρότητα. Το ίδιο και τα φαλτσέτα του, οι «ψεύτικες», όπως λέγονται, τις οποίες μπορούσε να επιστρατεύσει όποια στιγμή ήθελα ακόμα και αμέσως μετά από ένα παρατεταμένο ουρλιαχτό. Και είναι γνωστό το πόσο δύσκολο είναι κάτι τέτοιο σε ζωντανή εκτέλεση.

Έχουμε δει πολλούς και εγνωσμένης αξίας ξένους τραγουδιστές να εκτίθενται ανεπανόρθωτα μη μπορώντας να αναπαράγουν τα ίδια τους τα φωνητικά για τα οποία έχουν λατρευτεί μέσα από τους δίσκους τους… Τα ίδια ίσχυαν για το μπασσίστα Billy Gould με τον χαρακτηριστικό crunchy ήχο του, τον κημπορντίστα Roddy Bottum, τον rastaman ντράμερ Mike Bordin αλλά και τον «νεοφερμένο» κιθαρίστα Jon Hudson που ήταν κάπως πιο συγκρατημένος.

     Δύο μελανά σημεία… Πρώτα, η «επικοινωνιακή» πολιτική της μπάντας απέναντι στο ελληνικό κοινό, που πρώτη φορά γνώριζαν. Με μπροστάρη τον Roddy Bottum αλλά και τον Mike Patton να ακολουθεί υιοθέτησαν μια επαφή με το κοινό που στηρίχθηκε στο παιχνίδι με τη λέξη “Greeks” . Δυστυχώς, η συνεχής αναφορά στη λέξη αυτή με διάφορα υποτιμητικά υπονοούμενα προκάλεσε αποδοκιμασίες-μεμονωμένες, ωστόσο. Δε μας ξένισε παρά ταύτα αυτή η συμπεριφορά της μπάντας. Οι περισσότερες, ειδικά αμερικανικές, μπάντες έτσι συμπεριφέρονται στο ελληνικό κοινό, που κατά κοινή ομολογία δε δημιουργεί τον παλμό που συναντάται σε συναυλίες του εξωτερικού. Το κοινό στο εξωτερικό συμμετέχει πολύ πιο ενεργά αντίθετα με το ελληνικό που αρέσκεται κυρίως στο να παρακολουθεί, σαν να μην πιστεύει στα μάτια του πως μπροστά του βρίσκεται ο χ πασίγνωστος καλλιτέχνης.

Είναι σαφές πως στην Ελλάδα δεν έχουμε συνηθίσει ακόμη σε τέτοιες καταστάσεις. Νιώθουμε ότι η χώρα μας είναι έξω από το χάρτη των διεθνών εξελίξεων στον τομέα της μουσικής. Και ίσως όχι άδικα…  Δεύτερο μελανό σημείο η μέτρια απόδοση του ντράμερ Mike Bordin. Δεν ήταν λίγες οι φορές που τα γυρίσματά του «πέταξαν έξω» την υπόλοιπη μπάντα. Μου φάνηκε πραγματικά αδιανόητο να συμβαίνει κάτι τέτοιο από έναν επαγγελματία ντράμερ που έχει «στα χέρια του» εκατοντάδες μεγάλες συναυλίες σ΄όλο τον κόσμο… Στέκομαι σ’αυτό το γεγονός όχι από κακεντρέχεια. Απλά θέλω να κάνω ένα σχόλιο σε σχέση με ό,τι βλέπουμε στην Ελλάδα. Όσοι παίζουν μουσική πηγαίνουν σε συναυλίες ελληνικών συγκροτημάτων έχοντας φοβερή προκατάληψη και περιμένουν με ανυπομονησία το πρώτο λάθος ενός από τους μουσικούς. Γιατί τελικά είμαστε τόσο αυστηροί κριτές με τον έλληνα μουσικό; Αυτά που άκουσα από τον Mike Bordin αντιστοιχούν σε ερασιτεχνικά ελληνικά συγκροτήματα του τέλους της δεκαετίας 80! Δεν είναι κακό κάποιος να κάνει λάθη. Απλά θα πρέπει να είμαστε επιεικείς με κάποιους οι οποίοι παίζουν μουσική γινόμενοι αντικείμενα εκμετάλλευσης από μαγαζιά, εταιρείες και μέσα ενημέρωσης και υποχρεώνονται να κάνουν παράλληλα πρωινές δουλειές για να ζήσουν. Θα πρέπει κάποιος να στέκεται δικαιότερα απέναντι στον εγχώριο μουσικό…
  
…Εν κατακλείδι, είδαμε μια πολύ υψηλού επιπέδου συναυλία μιας ξεχωριστής μπάντας. Ωστόσο, προσωπικά έφυγα σχετικά -και αναμενόμενα- απογοητευμένος από τη συναυλία αφού δεν έλαβα κάποια υπόσχεση από τους Faith no More. Δε βλέπω τι θα προσφέρει η επανασύνδεσή τους. Το υλικό που μας παρουσίασαν ακούγεται παρωχημένο στις μέρες μας και απ’ ό,τι φαίνεται θα συνεχίσουν στον ίδιο δρόμο ίσως με λίγη περισσότερη έμφαση στο σατυρικό στοιχείο. Με άλλα λόγια, πρόκειται για μια ακόμη μπάντα πιασμένη χειροπόδαρα στα πανίσχυρα πλοκάμια της μαζικής κουλτούρας. Μια ακόμη μπάντα που είναι υποχρεωμένη να αναπαράγει τον -επιτυχημένο- εαυτό της για να μπορέσει να παραμείνει στην επικαιρότητα. Που είναι υποχρεωμένη να συντηρήσει το ηχητικό σήμα κατατεθέν της ώστε να συνεχίσει να μένει αναλλοίωτη στις μνήμες των παλιότερων οπαδών της και να μπορεί να εισβάλλει στις συνειδήσεις των νεώτερων με την ιστορικά παγιωμένη εικόνα της «θρυλικής μπάντας του παλιού καλού παρελθόντος». Γιατί μόνο έτσι μπορεί να αποκτήσει και νέους οπαδούς…

Τα ίδια περίπου ισχύουν και για τον, πριν από είκοσι χρόνια πρωτοεμφανιζόμενο, Trent Reznor που είδαμε με τους Nine Inch Nails στις 20/07/09. Ο Reznor, απόλυτα υγιής σε σχέση με το παρελθόν και ιδιαίτερα fit, σε μια συναυλία απόλυτου ελέγχου, βρίσκεται επίσης στα δίχτυα της υφολογικής παγίωσης, παρά το ότι το υλικό του ακούγεται πιο φρέσκο από το ιδίωμα των FNM, ακόμη και σήμερα, όντας όπως και οι FNM, σε μια ηλικία ωριμότητας, μένει αμετακίνητος στο στυλ που τον καθιέρωσε, απομακρύνεται από το περιεχόμενο της μουσικής του και αισθανόμενος την ασφάλεια της επιτυχίας θέτει άλλες προτεραιότητες στη τη ζωή του. Βεβαίως, γι’ αυτούς όλους τους καλλιτέχνες που αφού φτάσουν στην επιτυχία ατονεί το ενδιαφέρον για την τέχνη τους μπορεί να πει κανείς, «δικαίωμά τους!».. Ασφαλώς… Και δικό μας όμως δικαίωμα να τους «ακολουθούμε» στην μουσική πορεία τους ή όχι…

Κάποτε, σκοπός της ενασχόλησης με την Τέχνη ήταν η επιβίωση. Στη συνέχεια αυτή η ενασχόληση κάλυπτε πρώτιστα την ανάγκη της έκφρασης. Σήμερα, το μόνο που ενδιαφέρει είναι η επιτυχία…

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου