-->

Τρίτη, 11 Αυγούστου 2009

Θεατρική παρουσίαση: "ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΟ ΜΑΝΙΦΕΣΤΟ"

Μετάφραση-Σκηνοθεσία: Έλενα Πατρικίου                                          

Άποψη για την παράσταση της 27/12/2008... 

του Νίκου Νικολούδια

Όταν πληροφορήθηκα για την απόπειρα δραματοποίησης και θεατρικής παρουσίασης του Κομμουνιστικού Μανιφέστου από την, μαρξιστικών πεποιθήσεων, συγγραφέα και σκηνοθέτιδα Έλενα Πατρικίου κυριεύθηκα από μεγάλη περιέργεια,τέτοια που με ώθησε σε μια αγχώδη προσπάθεια να εξασφαλίσω ένα εισιτήριο,δεδομένου ότι οι παραστάσεις τελείωναν. Περιέργεια για να δω με ποιο τρόπο μπορεί κάποιος να μετατρέψει ένα φιλοσοφικό κείμενο σε θεατρικό. Κυρίως όμως περιέργεια για να δω το εξής.Πώς ένας μαρξιστής καλλιτέχνης προσεγγίζει ένα μαρξικό κείμενο; Και το πιο σημαντικό. Τι μορφή δίνει στη θεατρική μεταφορά του; Μια μορφή αντίστοιχη με μια σοσιαλιστικού ρεαλισμού αισθητική; Ή μήπως μια μορφή με ποικίλα εκφραστικά μέσα που όμως ενέχουν τον κίνδυνο να παραπέμψουν σε στείρο αισθητισμό; Τελικά επιλέγει το δρόμο της στράτευσης στην κοινωνική μορφή τέχνης; Ή ακούει τη φωνή της καρδιάς του κι εκφράζεται αδέσμευτα και χρησιμοποιεί ό,τι του υπαγορεύει η αμιγής καλλιτεχνική του υπόσταση; Βρισκόμενος μπροστά σ’αυτό το σταυροδρόμι προβληματισμού πήγα να παρακολουθήσω την παράσταση. Και δεν κρύβω ότι διακατεχόμουν από μεγάλη ένταση, σαν να ήμουν ο ίδιος στη θέση της Πατρικίου...


Τι είδαμε λοιπόν... Εν αρχή ην το...κείμενο. Η Πατρικίου θεωρεί ότι το Μανιφέστο προσφέρει ηδονή διαβάζοντάς το, την «ηδονή της μεγάλης ποίησης». Από ‘κει και πέρα πιστεύει ότι διαθέτει και τη δυνατότητα να ανεβεί στη θεατρική σκηνή: «Το Μανιφέστο είναι ένα μεγάλο κείμενο. Γιατί οι ρυθμοί των φράσεών του, η όλη ποιητική του, η εικονοπλασία του, εν τέλει η θεατρικότητά του, συντελούν στη δημιουργία μιας επαναστατικής πρόζας... μιας πρόζας που αναγκάζει τον αναγνώστη να δει τις συνθήκες της ύπαρξής του με μάτια ξεμέθυστα». Το κείμενο λοιπόν μοιάζει να έχει κατανεμημένους ρόλους, αυτούς των αστών και των προλετάριων. Είναι έτσι γραμμένο ώστε φαίνεται σαν οι μεν να απευθύνονται στους δε στο πλαίσιο μιας θεατρικής στιχομυθίας. Να επιστρέψουμε στη μορφή όμως. Πώς αποδόθηκαν όλα αυτά; Με ποια αισθητική άποψη; Η Πατρικίου επέλεξε τα εκφραστικά μέσα της περιόδου του Μεσοπολέμου, της εποχής δηλαδή που γεννήθηκε το μοντέρνο θέατρο. Εξπρεσσιονισμός, μηχανιστική κινησιολογία, ντανταιστικό καμπαρέ και ένας συνδυασμός όλων αυτών. Με τα λόγια της: «Το καμπαρέ,το τσίρκο,το γκροτέσκο και το μπουρλέσκ,το λαικό πανηγύρι και οι μαριονέττες, η γεωμετρία και η μηχανικότητα του σώματος που επεξεργάστηκε ο Μέγιερχολντ, το μπρεχτικό χιούμορ, ο μοντέρνος γερμανικός χορός του μεσοπολέμου και ο εξπρεσσιονισμός του βωβού κινηματογράφου ήταν τα μέσα που θεώρησα πιο πρόσφορα...».

Σε ό,τι αφορά στην ηθοποιία τώρα. Οι ηθοποιοί έμειναν μακριά από κάθε υπέρμετρη ερμηνεία. Προσπάθησαν να μείνουν αντικειμενικοί και να εκφράσουν ρεαλιστικά και αφτιασίδωτα ό,τι μετέδιδε το κείμενο στο ατομικό θυμικό τους. Παρά ταύτα, υπήρχαν στιγμές που το κοινό βρέθηκε να αισθάνεται ελαφρά αμήχανο. Φανταστείτε μια σκηνή: Βρισκόμαστε σε ένα τσίρκο όπου η επόμενη ατραξιόν είναι ένας άντρας με -δήθεν- υπερφυσική δύναμη ο οποίος τραβάει ένα σχοινί, την άλλη άκρη του οποίου επίσης τραβά μια ολόκληρη ομάδα ατόμων, προσπαθώντας να τον ρίξει κάτω. Ο άντρας αυτός ερμηνεύει ένα σημείο από το κείμενο στο οποίο γίνεται εμφανής ο ενθουσιασμός του Μαρξ για τη δύναμη της ανερχόμενης εργατικής τάξης η οποία στο ανέβασμά της θα κατατροπώσει την αστική. Τη στιγμή λοιπόν της συναισθηματικής αυτής κορύφωσης ο άντρας - προλετάριος τραβά το σχοινί δυνατά και γκρεμοτσακίζει το γκρουπ των αστων! Όλος αυτός ο συνδυασμός προκάλεσε -αλλά και άλλες αντίστοιχες σκηνές- αρκετή αμηχανία...

 Ακριβώς στο σημείο αυτό ήρθε η μουσική να παίξει καταλυτικό ρόλο. Η μουσική -παιγμένη ζωντανά από τον ίδιο το συνθέτη της Γιώργο Κομπογιάννη,στο πιάνο- με τη λιτότητα αλλά και με τις κατάλληλες συναισθηματικές φορτίσεις και αποφορτίσεις ακολούθησε πιστά το κείμενο και ενοποίησε τα κενά ανάμεσα στην ανεξάρτητη από το κείμενο δραματουργία και το κείμενο το ίδιο καλύπτοντας έτσι την όποια αμηχανία του κοινού. Ευτυχώς, κατά τη γνώμη μου, στα εκφραστικά μέσα του μεσοπολέμου που προαναφέρθηκαν δεν χρησιμοποιήθηκε και η μουσική εκείνης της περιόδου -διάφορες εκδοχές της ατονικότητας δηλαδή- για να επενδύσει την παράσταση. Στην περίπτωση αυτή βέβαια πιθανόν να είχαμε ακόμη πιστότερη απόδοση της εποχής. Αισθητικά όμως μπορεί να ήταν καταστροφή... Τέλος, σε ό,τι αφορά τη σκηνογραφία η συνταγή που ακολουθήθηκε παραπέμπει στο ρώσικο επαναστατικό θέατρο. Δηλαδή χρήση γεωμετρικών σχημάτων και γενικότερα μια λανθάνουσα κονστρουκτιβιστική άποψη...

Σε γενικές γραμμές η επίγευση της παράστασης ήταν μάλλον ικανοποιητική. Κι αυτό γιατί συμπέρανα πως οι συντελεστές της παράστασης δε δεσμεύτηκαν από «ορθόδοξες» συνταγές παρουσίασης του καλλιτεχνικού τους έργου. Δε δίστασαν να χρησιμοποιήσουν τα μέσα που εκείνοι έκριναν ότι καλλιτεχνικά τους εκφράζουν παρ’ ότι κινδύνευαν να κατηγορηθούν για άστοχη δραματοποίηση ενός «ευαγγελίου» του μαρξισμού. Τελικά, ερμηνεύοντας το Μανιφέστο «γκροτέσκα, καμπαρετζίδικα, κλουουνίστικα, τσιρκολάνικα» καθόλου δε γελοιοποιείται ο μαρξικός λόγος και το πιο σημαντικό καθόλου δεν υποβιβάζεται η τέχνη επειδή δεν ακολουθεί την «πρέπουσα» οδό που θα υπαγόρευε ίσως η ορθή ερμηνεία του...

1 σχόλιο: